Το απόγευμα της 28ης Απριλίου του 1971, η Λεωφόρος δεν είχε χώρο για δεύτερη σκέψη. Οι κερκίδες ήταν γεμάτες, οι φωνές έπεφταν πάνω στους παίκτες σαν ζεστός αέρας. Ο Παναθηναϊκός δεν είχε την πολυτέλεια να ζυγίσει το ματς. Έπρεπε να το αρπάξει, να του αλλάξει σχήμα πριν προλάβει ο Ερυθρός Αστέρας να βολευτεί στην υπεροχή που έφερνε από το Βελιγράδι.
Αυτό ακριβώς έγινε. Στο δεύτερο λεπτό, ο Αντώνης Αντωνιάδης βρέθηκε στη φάση με την ψυχραιμία που χρειάζεται ένας σέντερ φορ όταν το γήπεδο ζητά από εκείνον να κάνει το αδύνατο να μοιάσει δυνατό.
Το 1-0 δεν έλυσε τίποτα, όμως έδωσε στον Παναθηναϊκό το πρώτο πράγμα που χρειαζόταν. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε μονομαχία στη μεσαία γραμμή, κάθε διώξιμο του Καψή, κάθε γύρισμα του Δομάζου, κάθε μέτρο που κέρδιζε ο Φυλακούρης στη δεξιά πλευρά έμοιαζε να σπρώχνει τη βραδιά προς μια απίθανη πρόκριση.
Ο Ερυθρός Αστέρας είχε ποιότητα και περηφάνια. Δεν ήταν ομάδα που θα τρόμαζε εύκολα από μια ελληνική έδρα. Ο Ντουίκοβιτς, ο Μπογκίτσεβιτς, ο Ατσίμοβιτς, ο Κάρασι, ο Οστόιτς και ο Φιλίποβιτς ανήκαν σε ένα ποδόσφαιρο τεχνικό, σκληρό, γεμάτο αυτοπεποίθηση. Η γιουγκοσλαβική σχολή εκείνων των χρόνων έβγαζε παίκτες με άνεση στην μπάλα και ταλέντο στην επίθεση.
Ο Παναθηναϊκός έπρεπε να μην τους αφήσει να βρουν ρυθμό.
Ο Πούσκας και η απλή λογική του ρίσκου
Ο Φέρεντς Πούσκας δεν χρειαζόταν πολλά λόγια για να εξηγήσει το ποδόσφαιρο. Η δική του λογική στηριζόταν σε καθαρές απαιτήσεις.
Η ομάδα έπρεπε να πατήσει ψηλά, να γεμίσει την περιοχή όταν έβγαινε η σέντρα, να κρατήσει τον Δομάζο αρκετά κοντά στην μπάλα ώστε να δίνει ανάσες, αλλά και να μην αφήσει την άμυνα μόνη απέναντι στις αντεπιθέσεις.
Η Λεωφόρος βοήθησε σαν κανονικός 12ος παίχτης. Ο κόσμος αντιδρούσε σε κάθε κερδισμένο πλάγιο σαν να ήταν γκολ. Ο Παναθηναϊκός, όμως, δεν παρασύρθηκε. Το 1-0 χρειαζόταν συνέχεια, όχι όμως βιασύνη. Ο χρόνος περνούσε με το σκορ ακόμη ανοιχτό και η δυσκολία ήταν να μείνει η ομάδα πιστή στο σχέδιο, χωρίς να χάσει την ένταση που είχε από την πρώτη φάση.
Στο δεύτερο ημίχρονο, η είσοδος του Αθανασόπουλου και η επιμονή του Φυλακούρη στη γραμμή έδωσαν νέα ενέργεια. Η σέντρα του Φυλακούρη προς τον Αντωνιάδη είχε τη χάρη των απλών πραγμάτων όταν γίνονται σωστά. Ο ψηλός του ελληνικού ποδοσφαίρου πήδηξε, βρήκε την μπάλα και το 2-0 έφερε τη βραδιά σε άλλο σημείο.
Πια ο Παναθηναϊκός δεν κυνηγούσε ένα θαύμα αόριστο. Κυνηγούσε ένα γκολ, ένα καθαρό τελευταίο βήμα.
Το σουτ και η σιωπή πριν τη λύτρωση
Το τρίτο γκολ του Καμάρα ήρθε με τη δύναμη μιας απόφασης. Η Λεωφόρος ξέσπασε, αλλά οι παίκτες δεν είχαν δικαίωμα να χαθούν μέσα στη χαρά.
Το πιο δύσκολο κομμάτι μιας τέτοιας ανατροπής αρχίζει όταν το σκορ έχει γίνει πρόκρισης. Τότε ο φόβος αλλάζει πλευρά, μπαίνει στα πόδια εκείνου που προηγείται και μετρά κάθε δευτερόλεπτο πιο αργά.
Ο Ερυθρός Αστέρας δεν είχε τελειώσει. Η απειλή του Κάρασι στα τελευταία λεπτά ήταν το είδος της φάσης που μπορεί να σβήσει μια ολόκληρη εποχή πριν γεννηθεί. Ο Βασίλης Κωνσταντίνου αντέδρασε όπως αντιδρούν οι τερματοφύλακες που δεν έχουν χρόνο να σκεφτούν την ιστορία. Έπεσε, απέκρουσε, κράτησε όρθιο το σκορ και μαζί του κράτησε όρθια μια χώρα ποδοσφαιρικά άμαθη σε τέτοια ευρωπαϊκά ύψη.
Όταν ο Ορτίθ ντε Μεντιβίλ σφύριξε τη λήξη, ο Παναθηναϊκός είχε κερδίσει το δικαίωμα να σταθεί στον ίδιο χάρτη με τα μεγάλα κλαμπ της Ευρώπης. Για τους παίκτες, ήταν ανταμοιβή κόπου. Για τον κόσμο, ήταν μια απόδειξη ότι η μικρή, πιεσμένη έδρα της Αθήνας μπορούσε να γίνει τόπος σπουδαίου ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Για το ελληνικό ποδόσφαιρο, ήταν η στιγμή που η φαντασία βγήκε από τα καφενεία και πάτησε στο χορτάρι.
Η Λεωφόρος εκείνη τη μέρα μεγάλωσε στο μυαλό όλων. Μεγάλωσε, γιατί να καταφέρει να χωρέσει τόση ιστορία.
