Στις 5 Ιουλίου 1972, στο παλιό Καραϊσκάκη, ο Γιώργος Κούδας χρειάστηκε λίγα λεπτά για να αλλάξει την ροή του τελικού. Ο ΠΑΟΚ έπαιζε απέναντι στον Παναθηναϊκό, σε ένα γήπεδο μακριά από τη Θεσσαλονίκη, με την πίεση ενός συλλόγου που είχε φτάσει κοντά σε τίτλους, αλλά δεν είχε ακόμη σηκώσει κανέναν.
Στο 2΄ ο Κούδας έκανε το 1-0. Στο 88΄ έβαλε και δεύτερο γκολ.
Ο ΠΑΟΚ νίκησε 2-1 και ο πρώτος τίτλος της ιστορίας του είχε πάνω του την υπογραφή του παίκτη που η πόλη θα μάθαινε να λέει «Μεγαλέξανδρο».
Το παρατσούκλι κόλλησε πάνω σε έναν ποδοσφαιριστή που έπαιζε σαν να είχε χρόνο όταν οι άλλοι βιάζονταν. Ο ίδιος έχει πει ότι δεν θυμάται με βεβαιότητα ποιος το πρωτοείπε, το συνέδεσε όμως με δημοσιογράφο της δεκαετίας του 1970 και ανέφερε πιθανότατα τον Γιάννη Λογοθέτη. Η λέξη βρήκε χώρο επειδή ταίριαξε με την εικόνα του.
Μακεδόνας, αρχηγικός, τεχνίτης, έγινε για το ελληνικό ποδόσφαιρο κάτι παραπάνω από καλός παίκτης.
Ο Κούδας γεννήθηκε στον Άγιο Παύλο Θεσσαλονίκης στις 23 Νοεμβρίου 1946. Πέρασε από τα εφηβικά του ΠΑΟΚ και στις 21 Δεκεμβρίου 1963 έκανε ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα απέναντι στον Εθνικό. Ήταν 17 ετών.
Από νωρίς φαινόταν ότι δεν ήταν μέσος που απλώς έδινε πάσες για να φύγει η μπάλα από τα πόδια του. Γύριζε το σώμα, έπαιρνε μέτρα, έβλεπε τον χώρο πριν τον δουν οι άλλοι.
Η διετία που τον έδεσε για πάντα με την Τούμπα
Το καλοκαίρι του 1966 ο Κούδας ήταν 19 ετών και είχε ήδη κάνει σεζόν που τον έβγαλε από τα όρια της Θεσσαλονίκης. Η υπόθεση άνοιξε στις 14 Ιουλίου, όταν κατέβηκε στον Πειραιά μαζί με τον πατέρα του, με πρόθεση να φορέσει τη φανέλα του Ολυμπιακού.
Ο ΠΑΟΚ όμως δεν έδωσε την συγκατάθεση του στην μεταγραφή. Ο Γιώργος Παντελάκης κράτησε σκληρή στάση και η μεταγραφή δεν ολοκληρώθηκε, παρότι ο Κούδας προπονήθηκε και έπαιξε σε ανεπίσημα φιλικά με τους «ερυθρόλευκους». Στις 17 Αυγούστου 1966 εμφανίστηκε μάλιστα σε φιλικό του Ολυμπιακού με τον Αργοναύτη, περνώντας στο ματς ως αλλαγή.
Το 1968 υπήρξε προσπάθεια συμβιβασμού από τον Γενικό Γραμματέα Αθλητισμού της Χούντας, Κώστα Ασλανίδη, με πρόταση να επιστρέψει ο Κούδας στον ΠΑΟΚ για δύο χρόνια και μετά να πάει στον Ολυμπιακό. Ο Παντελάκης δεν δέχθηκε. Η ιστορική φράση που του αποδίδεται, ότι μπορεί να πάει ο ίδιος στη Γυάρο αλλά ο Κούδας δεν θα πάει στον Ολυμπιακό, δείχνει πόσο είχε ξεφύγει από τα αθλητικά πλαίσια η υπόθεση.
Ο Κούδας έμεινε για δύο χρόνια εκτός επίσημων αγώνων. Για έναν νεαρό παίκτη, δύο χρόνια χωρίς ματς είναι πολύς καιρός.
Για τον ΠΑΟΚ, όμως, εκείνη η περίοδος έφτιαξε μια σχέση που δεν έσβησε. Η επιστροφή του στην Τούμπα ήταν στιγμή συμφιλίωσης με μια κερκίδα που τον ήθελε δικό της.
Το δέκαρι της πρώτης μεγάλης ομάδας του ΠΑΟΚ
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο ΠΑΟΚ άρχισε να παίρνει μορφή ομάδας κορυφής. Υπήρχαν παίκτες με τρεξίματα, σκληράδα, γκολ και εμπειρία, αλλά ο Κούδας ήταν ο ρυθμιστής. Έπαιρνε την πρώτη πάσα μετά την άμυνα, κρατούσε την μπάλα όσο χρειαζόταν και έβρισκε συμπαίκτη ανάμεσα στις γραμμές. .
Ο τελικός του 1972 απέναντι στον Παναθηναϊκό ήταν η βραδιά που άλλαξε την αφήγηση του ΠΑΟΚ. Το πρώτο γκολ ήρθε νωρίς, το δεύτερο ήρθε στο τέλος, εκεί όπου οι τελικοί βαραίνουν τα πόδια.
Ο Παναθηναϊκός μείωσε στο 89΄, αλλά δεν πρόλαβε να αναζητήσει κάτι παραπάνω από τον αγώνα. Η εικόνα του Κούδα ως αρχηγού μιας ομάδας που δεν φοβόταν πια την Αθήνα πέρασε αμέσως στη μνήμη των ΠΑΟΚτσήδων.
Το 1974 ο ΠΑΟΚ κέρδισε ξανά το Κύπελλο, αυτή τη φορά απέναντι στον Ολυμπιακό, στα πέναλτι μετά το 2-2 της κανονικής διάρκειας.
Η ομάδα είχε μάθει να ζει σε μεγάλα παιχνίδια. Η Τούμπα ζόριζε τους πάντες, οι αντίπαλοι έπαιζαν πια απέναντι σε σύλλογο που ζητούσε τίτλους. Ο Κούδας στάθηκε στο κέντρο αυτής της αλλαγής, ως παίκτης που όριζε το θάρρος της ομάδας.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1975 ήρθε μια άλλη νύχτα που έδωσε νέο υλικό στον μύθο. Ο ΠΑΟΚ αντιμετώπισε την Μπαρτσελόνα στην Τούμπα για το Κύπελλο UEFA.
Στο δεύτερο ημίχρονο ο Κούδας σκόραρε και το 1-0 έμεινε ως μια από τις πιο δυνατές ευρωπαϊκές βραδιές του συλλόγου.
Στο χορτάρι ήταν η Μπαρτσελόνα, στις κερκίδες ένα γήπεδο που έβραζε, και στο φύλλο αγώνα το όνομα του παίκτη που είχε μάθει να ξεχωρίζει σε τέτοιες στιγμές.
Το πρωτάθλημα και η Εθνική
Η σεζόν 1975-76 έδωσε στον ΠΑΟΚ το πρώτο του πρωτάθλημα. Η ομάδα του Γκιούλα Λόραντ είχε δύναμη, ποιότητα και σταθερότητα. Ο Κούδας δεν χρειαζόταν να κάνει τα πάντα μόνος του. Χρειαζόταν να δίνει το έναυσμα. Πότε να παγώσει το ματς, πότε να το ανοίξει, πότε να πατήσει περιοχή.
Εκείνη η ομάδα έμαθε στο ελληνικό ποδόσφαιρο ότι η κορυφή μπορούσε να φορέσει ασπρόμαυρα και να ξεκινά από τη Θεσσαλονίκη.
Με την Εθνική Ελλάδας ο Κούδας μέτρησε 43 συμμετοχές και 4 γκολ. Το 1980 βρέθηκε στο EURO της Ιταλίας, στην πρώτη ελληνική παρουσία σε τελική φάση Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος.
Στο Ελλάδα – Δυτική Γερμανία 0-0 στο Τορίνο μπήκε στο 65΄ αντί του Νικολούδη. Δεν ήταν πια ο νεαρός που ζητούσε χώρο για να φανεί. Ήταν παίκτης με όνομα, με ιστορία, με βάρος.
Η καριέρα του στον ΠΑΟΚ έκλεισε το 1984. Η ΠΑΕ ΠΑΟΚ τον καταγράφει πρώτο σε συμμετοχές στην ιστορία του συλλόγου, με 504 εμφανίσεις στο πρωτάθλημα. Οι αριθμοί βοηθούν, αλλά δεν εξηγούν όλο το μέγεθος.
Ο Κούδας έγινε μέτρο σύγκρισης για κάθε επόμενο δεκάρι της Τούμπας. Όποιος έπαιρνε την μπάλα ανάμεσα στις γραμμές, όποιος φορούσε τη φανέλα με απαίτηση και πίεση, έμπαινε έστω και άδικα δίπλα στη δική του σκιά.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1995 η Τούμπα τον είδε ξανά σε φιλικό της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία προς τιμήν του. Ήταν 48 ετών και το γήπεδο περίμενε να δει τον άνθρωπο που είχε γίνει σύνθημα, φωτογραφία, αφήγηση πατέρα σε παιδί.
Ο «Μεγαλέξανδρος» γύρισε στην Μακεδονία του που λατρεύτηκε σαν Θεός.
