Στο πρώτο πεντάλεπτο του Γουέμπλεϊ, πριν ακόμη προλάβει ο Παναθηναϊκός να νιώσει το χορτάρι κάτω από τα παπούτσια του, η μπάλα ήρθε από τα αριστερά και ο Ντικ φαν Ντάικ σηκώθηκε για την κεφαλιά. Το 1-0 του Άγιαξ ήρθε νωρίς.
Στις εξέδρες, ανάμεσα σε σημαίες και κασκόλ, οι φίλοι του Παναθηναϊκού ήξεραν ότι το ματς δεν θα ήταν εύκολο. Όμως το ότι βρίσκονταν εκεί, στο Γουέμπλεϊ, είχε ήδη γράψει κάτι που κανένα σκορ δεν μπορούσε να σβήσει.
Για έναν φίλαθλο του τριφυλλιού που θυμάται εκείνο το βράδυ, ή το έμαθε από πατέρα, θείο, ραδιόφωνο και παλιές φωτογραφίες, ο τελικός του 1971 έχει διπλή όψη.
Από τη μία υπάρχει η ήττα, το τρόπαιο που σήκωσε ο Άγιαξ, που είχε φτιάξει μια ομάδα μπροστά από την εποχή της. Από την άλλη υπάρχει η πράσινη διαδρομή, το ταξίδι από την Αθήνα ως το Λονδίνο, η αίσθηση ότι μια ελληνική ομάδα μπήκε σε χώρο που ως τότε έμοιαζε κλειστός για εκείνη.
Η πορεία που έφερε το τριφύλλι ως το Λονδίνο
Ο Παναθηναϊκός δεν έφτασε στον τελικό από τύχη. Άρχισε με τη Ζεν – Ες, πέρασε τη Σλόβαν Μπρατισλάβας, άντεξε απέναντι στην Έβερτον και γύρισε από το 4-1 του Βελιγραδίου με εκείνο το 3-0 απέναντι στον Ερυθρό Αστέρα στη Λεωφόρο. Κάθε γύρος πρόσθετε βάρος στη φανέλα. Ο Πούσκας έδινε στην ομάδα μια παράξενη ηρεμία, όχι με μεγάλες κουβέντες, αλλά με τη βεβαιότητα ότι έντεκα παίκτες αντιμετωπίζουν έντεκα παίκτες.
Στην Αγγλία, απέναντι στην Έβερτον, το γκολ του Αντωνιάδη είχε τον ήχο μιας πόρτας που ανοίγει. Στην Αθήνα, απέναντι στον Ερυθρό Αστέρα, η Λεωφόρος έσπρωξε την ομάδα σε μια από τις πιο δυνατές ανατροπές που γνώρισε ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο. Ο Αντωνιάδης, ο Δομάζος, ο Καμάρας, ο Κάψης, ο Οικονομόπουλος, ο Φυλακούρης, όλοι τους πήγαν στο Λονδίνο σαν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές που είχαν κερδίσει το δικαίωμα να σταθούν εκεί.
Απέναντι στον Άγιαξ της νέας εποχής
Ο Άγιαξ του 1971 ήταν μια ομάδα που άλλαζε τον τρόπο που έβλεπε η Ευρώπη το παιχνίδι. Η κίνηση χωρίς σταθερές θέσεις, η πίεση, η άνεση του Κρόιφ να βγαίνει από τη γραμμή του φορ και να τραβά μαζί του αμυντικούς, όλα αυτά έκαναν το ματς δύσκολο από την αρχή. Ο Παναθηναϊκός βρέθηκε πίσω στο σκορ, αλλά δεν παραδόθηκε. Προσπάθησε να βρει τον Αντωνιάδη και τον Δομάζο σε χώρους όπου ο Άγιαξ συνήθως έκοβε την ανάσα του αντιπάλου.
Το δεύτερο ημίχρονο είχε μια άλλη ένταση. Ο Άγιαξ έκανε αλλαγές, ο Χάαν μπήκε στο παιχνίδι, ο ρυθμός έμεινε στα πόδια των Ολλανδών. Παρ’ όλα αυτά, το 1-0 κρατούσε τον Παναθηναϊκό ζωντανό. Αυτό είναι ίσως το σημείο που η μνήμη των πράσινων φιλάθλων κρατά με περηφάνια: ήταν ένας πραγματικός τελικός που ο Παναθηναϊκός άντεξε ως το τέλος, απέναντι σε μια ομάδα που λίγο μετά θα γινόταν μέτρο σύγκρισης για όλες τις μεγάλες ομάδες της Ευρώπης.
Στο φινάλε ήρθε το δεύτερο γκολ.
Το Γουέμπλεϊ της πράσινης ιστορίας
Το μεγάλο παράσημο του 1971 ήταν ότι ο Παναθηναϊκός έδωσε στους φιλάθλους του μια κοινή εικόνα, ένα σημείο αναφοράς. Ένας σύλλογος από την Αθήνα, σε χρόνια που το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν είχε ευρωπαϊκή φήμη, πήγε στο πιο γνωστό γήπεδο της Αγγλίας και στάθηκε απέναντι στον Άγιαξ. Η πράσινη φανέλα φάνηκε εκεί όπου συνήθως έφταναν ομάδες με μεγαλύτερα μέσα, μεγαλύτερη αγορά, μεγαλύτερη συνήθεια σε διεθνείς βραδιές.
Ήταν και είναι η αίσθηση ότι μια ομάδα μπορεί, για λίγους μήνες, να μεγαλώσει μαζί με τον κόσμο της. Να κάνει τον φίλαθλο να ακούει ονόματα ξένων γηπέδων σαν να είναι σταθμοί δικής του ζωής. Ζεν – Ες, Σλόβαν, Έβερτον, Ερυθρός Αστέρας, Γουέμπλεϊ. Για όλους τους Παναθηναϊκούς, αυτές οι λέξεις ενώθηκαν με το τριφύλλι και έγιναν οικογενειακή αφήγηση.
Ο Αντωνιάδης είπε πολλά χρόνια αργότερα ότι χρειάστηκε σχεδόν μια δεκαετία για να καταλάβουν τι είχαν πετύχει. Αυτή η φράση ταιριάζει σε ομάδες που ζουν πρώτα το γεγονός και αργότερα αντιλαμβάνονται το μέγεθός του. Τη νύχτα του τελικού οι παίκτες έφυγαν ηττημένοι. Με τον χρόνο, όμως, γύρισαν στις μνήμες ως η ομάδα που πήγε το ελληνικό ποδόσφαιρο λίγο πριν την απόλυτη κορυφή της Ευρώπης.
Όταν πέφτει σήμερα το βλέμμα σε εκείνες τις φωτογραφίες, στην πράσινη ενδεκάδα, στις γραμμές του παλιού Γουέμπλεϊ, το σκορ φαίνεται καθαρό αλλά όχι αρκετό. Το 2-0 ανήκει στον Άγιαξ. Η στιγμή της εισόδου, με το τριφύλλι στο στήθος και την Ελλάδα να ακούγεται στις εξέδρες, ανήκει στον Παναθηναϊκό.
