Ο μεσημεριανός ήλιος έκαιγε το χορτάρι του σταδίου Αζτέκα στις 31 Μαΐου 1970, όταν ο διαιτητής Κερτ Τσένσερ σφύριξε την έναρξη της διοργάνωσης.
Στις κερκίδες επικρατούσε μια γιορτινή ατμόσφαιρα, όμως οι παίκτες της οικοδέσποινας χώρας και της Σοβιετικής Ένωσης ένιωθαν ήδη την κόπωση από το μεγάλο υψόμετρο και την αποπνικτική ζέστη. Η απόφαση της FIFA να διεξαχθούν οι σημαντικότερες αναμετρήσεις στις δώδεκα το μεσημέρι προκάλεσε αντιδράσεις από τους γιατρούς των αποστολών, αλλά η ανάγκη των ευρωπαϊκών τηλεοπτικών δικτύων για ζωντανές μεταδόσεις κατά τις απογευματινές ώρες υπερίσχυσε των αθλητικών κριτηρίων.
Αυτή η επιλογή άλλαξε τη σχέση του κοινού με το ποδόσφαιρο, καθώς εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη παρακολουθούσαν για πρώτη φορά τις έντονες αντιθέσεις των χρωμάτων στις οθόνες τους μέσω των δορυφόρων.
Οι ομάδες αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τα πλάνα τους στις ιδιαίτερες συνθήκες του Μεξικού.
Οι Ευρωπαίοι, συνηθισμένοι σε πιο γρήγορο ρυθμό, βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση απέναντι στους Νοτιοαμερικανούς που διέθεταν ανώτερη τεχνική κατάρτιση και μπορούσαν να κρατήσουν την μπάλα για μεγάλα διαστήματα.
Η εισαγωγή των δύο αλλαγών ανά παιχνίδι λειτούργησε ως μια αναγκαία ασφαλιστική δικλείδα για τους προπονητές, επιτρέποντας τη φρεσκάδα των γραμμών κατά τη διάρκεια του δευτέρου ημιχρόνου, όταν η κούραση παρέλυε την ανασταλτική λειτουργία.
Η στρατηγική του Ζαγκάλο και η αγγλική «αντίσταση»
Η Βραζιλία έφτασε στο Μεξικό μέσα σε ένα κλίμα αμφισβήτησης και πολιτικής πίεσης από το στρατιωτικό καθεστώς της πατρίδας της.
Ο νεαρός τεχνικός Μάριο Ζαγκάλο, αναλαμβάνοντας την ομάδα λίγους μήνες πριν από το τουρνουά, προχώρησε σε μια τακτική υπέρβαση που πολλοί θεωρούσαν καταδικασμένη. Τοποθέτησε στην ίδια ενδεκάδα πέντε ποδοσφαιριστές που στους συλλόγους τους αγωνίζονταν με το νούμερο δέκα στην πλάτη.
Οι Ζέρσον, Ριβελίνο, Τοστάο, Ζαϊρζίνιο και Πελέ συνέθεσαν μια επιθετική γραμμή που δεν βασιζόταν σε σταθερές θέσεις, αλλά στην ελεύθερη κίνηση και τον αυτοσχεδιασμό.
Αυτή η προσέγγιση δοκιμάστηκε σκληρά στη φάση των ομίλων απέναντι στην παγκόσμια πρωταθλήτρια Αγγλία.
Η αναμέτρηση του Γκουανταλαχάρα ανάμεσα στις δύο κορυφαίες δυνάμεις της εποχής πρόσφερε ένα από τα πιο ποιοτικά παιχνίδια στην ιστορία των Μουντιάλ.
Η αγγλική άμυνα, καθοδηγούμενη από τον ψύχραιμο Μπόμπι Μουρ, αντιμετώπισε τις επιθέσεις των Βραζιλιάνων με υποδειγματική πειθαρχία. Η στιγμή που ο Γκόρντον Μπανκς εκτινάχθηκε στη δεξιά του γωνία για να απομακρύνει την καρφωτή κεφαλιά του Πελέ έμεινε στην ιστορία ως η κορυφαία επέμβαση των γηπέδων.
Η Βραζιλία βρήκε τη λύση με ένα δυνατό σουτ του Ζαϊρζίνιο, όμως η εικόνα των δύο αρχηγών να αγκαλιάζονται και να ανταλλάσσουν φανέλες μετά τη λήξη έδειξε ότι το ποδόσφαιρο είχε βρει τους ιδανικούς πρεσβευτές του.
Το δράμα του Αζτέκα και η ιταλική σκοπιμότητα
Ενώ η Βραζιλία προέλαυνε με εντυπωσιακό ποδόσφαιρο, η Ευρώπη έδινε τις δικές της σκληρές μάχες στα γήπεδα της Λεόν και της Πόλης του Μεξικού.
Η Δυτική Γερμανία, με τον Χέλμουτ Σεν στον πάγκο, πήρε εκδίκηση από την Αγγλία για τον χαμένο τελικό του 1966, ανατρέποντας το σκορ από 0-2 σε 3-2 στην παράταση, χάρη στην εκτελεστική δεινότητα του Γκερντ Μίλερ.
Αυτή η σωματική εξάντληση επηρέασε τους Γερμανούς στον ημιτελικό απέναντι στην Ιταλία, σε μια αναμέτρηση που ξεπέρασε τα όρια της τακτικής και μετατράπηκε σε μια δοκιμασία θέλησης.
Η Ιταλία του Φερούτσιο Βαλκαρέτζι είχε στηριχθεί στο αυστηρό σύστημα του κατενάτσιο, αποφεύγοντας τα ρίσκα και ελέγχοντας τον ρυθμό με τον έμπειρο Σάντρο Ματσόλα.
Στον ημιτελικό του Αζτέκα όμως, η στρατηγική υποχώρησε μπροστά στο πάθος. Η κανονική διάρκεια έληξε 1-1, αλλά η παράταση πρόσφερε ένα θέαμα που δεν είχε επαναληφθεί ποτέ σε αυτό το επίπεδο.
Ο Φραντς Μπεκενμπάουερ, με εξαρθρωμένο ώμο και το χέρι δεμένο πάνω στο στήθος του, αρνήθηκε να εγκαταλείψει το γήπεδο καθώς η ομάδα του δεν είχε άλλες αλλαγές.
Οι δύο αντίπαλοι άλλαζαν το προβάδισμα σε κάθε επίθεση, με τον Τζάνι Ριβέρα να σημειώνει το τελικό 4-3 στο 111ο λεπτό, στέλνοντας την ομάδα του στον τελικό, εντελώς όμως άδεια από δυνάμεις.
Το τρόπαιο της «Αιώνιας Ιδιοκτησίας»
Ο τελικός της 21ης Ιουνίου συγκέντρωσε περισσότερους από εκατό χιλιάδες θεατές στο Αζτέκα. Η Ιταλία προσπάθησε να κλείσει τους χώρους και κατάφερε να απαντήσει στο πρώτο γκολ του Πελέ με μια προσπάθεια του Μπονινσένια μετά από λάθος της βραζιλιάνικης άμυνας.
Η ισορροπία του πρώτου μέρους ήταν όμως προσωρινή. Στο δεύτερο ημίχρονο η φυσική κατάσταση και η τεχνική των παικτών του Ζαγκάλο κυριάρχησαν απόλυτα στον αγωνιστικό χώρο. Ο Ζέρσον με ένα δυνατό σουτ έξω από την περιοχή έδωσε ξανά το προβάδισμα και ο Ζαϊρζίνιο πέτυχε το τρίτο γκολ, γινόμενος ο μοναδικός παίκτης που σκόραρε σε όλα τα παιχνίδια μιας διοργάνωσης.
Το τελευταίο γκολ της αναμέτρησης αποτέλεσε την απόλυτη αποτύπωση της φιλοσοφίας εκείνης της ομάδας. Η μπάλα πέρασε από εννέα διαφορετικούς παίκτες της Βραζιλίας με ψύχραιμες μεταβιβάσεις στην άμυνα και το κέντρο.
Ο Κλοντοάλντο απέφυγε τέσσερις Ιταλούς με ντρίμπλες στον άξονα, η μπάλα έφτασε στα αριστερά στον Ζαϊρζίνιο και εκείνος βρήκε τον Πελέ στο ύψος της μεγάλης περιοχής. Ο κορυφαίος παίκτης του κόσμου, χωρίς να κοιτάξει, γύρισε την μπάλα στα δεξιά προς τον επερχόμενο αρχηγό Κάρλος Αλμπέρτο, ο οποίος με ένα δυνατό διαγώνιο σουτ έστειλε την μπάλα στα δίχτυα του Αλμπερτόζι.
Το τελικό σφύριγμα βρήκε χιλιάδες Μεξικανούς να εισβάλλουν στον αγωνιστικό χώρο για να αποθεώσουν τους νικητές, σηκώνοντας τον Πελέ στους ώμους τους.
Η Βραζιλία, κατακτώντας τον τίτλο για τρίτη φορά, πήρε το δικαίωμα να κρατήσει το χρυσό κύπελλο Ζιλ Ριμέ για πάντα στην κατοχή της.
Η διοργάνωση του 1970 έκλεισε έναν μεγάλο κύκλο ρομαντισμού και άνοιξε την πόρτα στην εποχή του απόλυτου επαγγελματισμού, αφήνοντας πίσω της την ανάμνηση μιας ομάδας που έπαιξε το παιχνίδι με τον τρόπο που όλοι ονειρεύονταν να παιχτεί.
