Υπάρχουν εθνικές ομάδες που κατακτούν ένα Παγκόσμιο Κύπελλο και άλλες που μένουν στη μνήμη σαν κάτι μεγαλύτερο από μια απλή νικήτρια.
Η Βραζιλία του 2002 ανήκει ξεκάθαρα σε αυτή την κατηγορία, καθώς για πολλούς φιλάθλους δεν ήταν μόνο η ομάδα που χάρισε στη χώρα το πέμπτο Μουντιάλ, αλλά και η τελευταία μεγάλη Seleção που ενσάρκωσε πλήρως την εικόνα του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου όπως τη φανταζόταν ολόκληρος ο κόσμος.
Από την αμφιβολία στη βεβαιότητα
Το εντυπωσιακό είναι πως εκείνη η ομάδα δεν έφτασε στην Ασία με αίσθηση απόλυτης κυριαρχίας. Αντίθετα, κουβαλούσε ακόμη το βάρος από τον χαμένο τελικό του 1998, ενώ είχε περάσει ένα από τα πιο δύσκολα προκριματικά της σύγχρονης ιστορίας της. Για μια χώρα που είχε μάθει να αντιμετωπίζει την κορυφή ως φυσική της θέση, η αβεβαιότητα γύρω από τη φόρμα, τις επιλογές και τη συνολική ταυτότητα της ομάδας ήταν πρωτόγνωρη.
Ο Λουίς Φελίπε Σκολάρι παρέλαβε ένα σύνολο που χρειαζόταν σαφείς ρόλους, συνοχή και καθαρό αγωνιστικό προσανατολισμό. Αυτή ακριβώς η διαδικασία μεταμόρφωσης είναι ένας από τους βασικούς λόγους που η Βραζιλία του 2002 αντέχει τόσο έντονα στη μνήμη του ποδοσφαίρου.

By Danilo Borges – File:Training Brazilian national team before the match against Croatia at the FIFA World Cup 2014-06-11 (2 full).jpg cropped, CC BY 3.0, Link
Το 3-5-2 του Σκολάρι δεν λειτούργησε σαν περιορισμός για το ταλέντο της ομάδας, αλλά σαν πλαίσιο που το απελευθέρωσε. Η μεσαία γραμμή έδινε ισορροπία και προστασία, οι πτέρυγες πρόσφεραν πλάτος και ένταση, ενώ οι παίκτες της επίθεσης είχαν τον χώρο να εκφράσουν όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν τη διαφορά.
Η ομάδα δεν στηριζόταν μόνο στο ένστικτο ή στην παράδοση, αλλά και σε μια πολύ καθαρή αγωνιστική δομή.
Η τριάδα που έγινε μύθος
Στο επίκεντρο έμεινε φυσικά η επιθετική γραμμή με τους Ρονάλντο, Ριβάλντο και Ροναλντίνιο.
Ήταν τρεις διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ποδοσφαιρικού μύθου. Ο Ρονάλντο έδινε βάθος, τελείωμα και τη μεγάλη προσωπική ιστορία της επιστροφής. Ο Ριβάλντο προσέφερε ουσία, καθαρό μυαλό και επιρροή σχεδόν σε κάθε κρίσιμη στιγμή. Ο Ροναλντίνιο, πριν ακόμη φτάσει στην απόλυτη μορφή του, έφερνε το απρόβλεπτο που μπορούσε να αλλάξει έναν αγώνα σε λίγες φάσεις.
Ο Ρονάλντο έκλεισε το τουρνουά με οκτώ γκολ και κατέκτησε το Χρυσό Παπούτσι, ολοκληρώνοντας μια διαδρομή λύτρωσης μετά από τραυματισμούς, αμφιβολίες και συνεχή συζήτηση γύρω από την κατάστασή του. Ο Ριβάλντο, λιγότερο θορυβώδης αλλά εξίσου καθοριστικός, έδωσε στην ομάδα σταθερότητα και αποφασιστικότητα στο τελευταίο τρίτο. Ο Ροναλντίνιο ήταν ο σπινθήρας, εκείνος που μπορούσε να ανεβάσει ακαριαία τη θερμοκρασία ολόκληρου του ματς.
Η νίκη απέναντι στην Αγγλία στα προημιτελικά έμεινε ως μία από τις στιγμές που όρισαν την πορεία της ομάδας. Ένα αποτέλεσμα υψηλής δυσκολίας, αλλά και ένα ματς στο οποίο φάνηκε πως η Βραζιλία είχε και ποιότητα και χαρακτήρα. Καθώς το τουρνουά προχωρούσε, η εικόνα της γινόταν ολοένα πιο πειστική, μέχρι το σημείο που δεν άφηνε ουσιαστικό περιθώριο αμφιβολίας για το ποια ήταν η κορυφαία ομάδα της διοργάνωσης.
Η πορεία ολοκληρώθηκε με τον πιο εμφατικό τρόπο. Η Βραζιλία έκλεισε το Μουντιάλ 2002 με επτά νίκες σε επτά αγώνες, επιβεβαιώνοντας πως δεν επρόκειτο για μια ομάδα που απλώς περίμενε να της βγει το παιχνίδι. Είχε βρει αυτοπεποίθηση, ρυθμό και απόλυτη βεβαιότητα την κατάλληλη στιγμή.
Στη Γιοκοχάμα, ο τελικός απέναντι στη Γερμανία είχε τόσο ιστορικό όσο και συναισθηματικό βάρος. Το τελικό 2-0, με τα δύο γκολ του Ρονάλντο, έδωσε ιδανική μορφή στο φινάλε. Ο παίκτης που είχε περάσει μέσα από τον πόνο και την αμφισβήτηση έγινε το πρόσωπο της λύτρωσης, ενώ η Βραζιλία επέστρεψε στην κορυφή του κόσμου τέσσερα χρόνια μετά την πιο πικρή της ήττα.

By PeeJay – Own work, CC BY-SA 3.0, Link
Ίσως γι’ αυτό η Βραζιλία του 2002 εξακολουθεί να γεννά τόσο έντονη νοσταλγία. Δεν είναι μόνο οι τίτλοι και τα αποτελέσματα, αλλά και οι εικόνες που έμειναν ανεξίτηλες: το κούρεμα του Ρονάλντο, το αριστερό πόδι του Ριβάλντο, η αβίαστη τρέλα του Ροναλντίνιο, ο Σκολάρι στον πάγκο και ο Καφού να σηκώνει το τρόπαιο.
Για πολλούς, αυτή είναι η τελευταία κλασική Βραζιλία, η εθνική που έκανε ξανά τον κόσμο να πιστέψει ότι το jogo bonito μπορούσε ακόμη να κερδίζει και να ορίζει ολόκληρες εποχές.
