Ο τελικός του Champions League του 1999 έχει μείνει στη μνήμη κυρίως για όσα συνέβησαν στις καθυστερήσεις. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να περιγράψει όλο το βράδυ της 26ης Μαΐου στη Βαρκελώνη.
Για σχεδόν ενενήντα λεπτά η Μπάγερν Μονάχου έδειχνε πιο έτοιμη για το τρόπαιο. Είχε προηγηθεί νωρίς, είχε ελέγξει τον ρυθμό σε μεγάλα διαστήματα και είχε βρει τρόπους να κρατήσει τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ μακριά από την περιοχή της.
Το γκολ του Μάριο Μπάσλερ στο έκτο λεπτό έδωσε αμέσως άλλη μορφή στον αγώνα. Η Γιουνάιτεντ βρέθηκε να κυνηγά από νωρίς και έπρεπε να το κάνει χωρίς τον Ρόι Κιν και τον Πολ Σκόουλς, δύο παίκτες που έλειψαν πολύ από το κέντρο. Ο Νίκι Μπατ κάλυψε χώρο και ο Ντέιβιντ Μπέκαμ μετακινήθηκε πιο μέσα, αλλά η αίσθηση ήταν ότι η ομάδα του Άλεξ Φέργκιουσον δεν είχε την ίδια φυσική ροή στην ανάπτυξη.
Η Μπάγερν, αντίθετα, έβρισκε σταθερότητα από τον Έφενμπεργκ, τον Γερέμις και την εμπειρία του Ματέους πίσω από τους στόπερ.

By PeeJay2K3, CC BY-SA 3.0, Link
Η Μπάγερν είχε ξεκάθαρο σχέδιο
Ο τελικός δεν ήταν μια διαρκής πολιορκία της Γιουνάιτεντ που περίμενε απλώς το θαύμα. Για μεγάλο μέρος του αγώνα, η καλύτερη ομάδα ήταν η Μπάγερν. Οι Γερμανοί διαχειρίστηκαν σωστά το προβάδισμα, έκλεισαν γραμμές όταν χρειάστηκε και χτύπησαν σε στιγμές όπου ο αγώνας άνοιγε.
Ο Μεχμέτ Σολ είχε δοκάρι, ο Κάρστεν Γιάνκερ σημάδεψε το οριζόντιο και το 0-2 δεν θα ήταν παράλογη εξέλιξη με βάση τις ευκαιρίες που δημιούργησε η ομάδα του Ότμαρ Χίτσφελντ.
Η Γιουνάιτεντ είχε κατοχή σε σημεία του αγώνα, αλλά όχι αρκετή καθαρότητα στο τελευταίο τρίτο. Οι Κόουλ και Γιορκ κινούνταν πολύ, ο Γκιγκς προσπαθούσε να βρει χώρο, όμως η άμυνα της Μπάγερν έδινε ελάχιστα. Ο Όλιβερ Καν δεν χρειάστηκε να κάνει κάποια μεγάλη επέμβαση μέχρι να φτάσει το ματς στο τελευταίο κομμάτι του.
Αυτό κάνει την ανατροπή ακόμη πιο έντονη, γιατί δεν προέκυψε από συνεχή πίεση σε όλο το βράδυ, αλλά από την ικανότητα μιας ομάδας να μείνει ζωντανή όταν το παιχνίδι δεν της ανήκει.
Οι αλλαγές έφεραν άλλον τρόπο επίθεσης
Ο Φέργκιουσον άλλαξε σταδιακά τον χαρακτήρα της επίθεσής του. Ο Τέντι Σέρινγχαμ μπήκε πρώτος και ο Σόλσκιερ ακολούθησε αργότερα. Ήταν δύο παίκτες που έδιναν στην περιοχή άλλες αποστάσεις, άλλες επαφές και καλύτερη αντίδραση στη δεύτερη μπάλα. Η Γιουνάιτεντ έγινε πιο άμεση, πιο πρόθυμη να φορτώσει το κουτί και να εξαντλήσει κάθε στατική φάση.
Στο τέλος, ο τελικός κρίθηκε ακριβώς εκεί. Σε δύο διαδοχικά κόρνερ, στην επιμονή, στην ταχύτητα της αντίδρασης και στην πνευματική ετοιμότητα.
Το 1-1 του Σέρινγχαμ στο 90+1′ ήταν η στιγμή που άλλαξε η αίσθηση του αγώνα. Η Μπάγερν, που μέχρι τότε έμοιαζε να ξέρει ακριβώς πού βρίσκεται, βρέθηκε ξαφνικά σε κατάσταση σοκ. Μέσα σε δύο λεπτά το ματς είχε πάψει να είναι υπό τον έλεγχο της.
Το δεύτερο κόρνερ και η πιο διάσημη τελική επαφή
Το δεύτερο γκολ είναι από εκείνες τις φάσεις που έχουν αναπαραχθεί αμέτρητες φορές επειδή περιέχουν καθαρά την έννοια της στιγμής.
Ο Μπέκαμ εκτελεί, ο Σέρινγχαμ παίρνει την πρώτη κεφαλιά και ο Σόλσκιερ εμφανίζεται στο σωστό σημείο για να στείλει την μπάλα ψηλά στα δίχτυα. Είναι ένα τελείωμα επιβίωσης, ένστικτου και απόλυτης εγρήγορσης. Σε έναν τελικό τέτοιου βάρους, αυτό αρκεί για να ορίσει μια ολόκληρη εποχή.
Η εικόνα των παικτών της Μπάγερν αμέσως μετά το 2-1 έχει επίσης μείνει στην ιστορία. Ο Κούφουρ στο χορτάρι, ο Ματέους στον πάγκο, η αδυναμία να δεχθούν ότι το ματς είχε χαθεί μέσα από τα χέρια τους. Από την άλλη πλευρά, η Γιουνάιτεντ έζησε την πιο συμπυκνωμένη μορφή πίστης που μπορεί να δείξει μια μεγάλη ομάδα. Δεν εγκατέλειψε ποτέ τη δυνατότητα να βρει μια τελευταία διέξοδο προς το θαύμα.
Η θέση του τελικού στην ιστορία
Με το 2-1 η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ κατέκτησε το δεύτερο Κύπελλο Πρωταθλητριών της ιστορίας της και ολοκλήρωσε το τρεμπλ, έχοντας ήδη πάρει πρωτάθλημα και Κύπελλο Αγγλίας. Ο τελικός του 1999 δεν είναι ιστορικός μόνο επειδή κρίθηκε αργά. Είναι ιστορικός επειδή συνδέει το αποτέλεσμα με την ταυτότητα μιας ολόκληρης ομάδας. Η ομάδα του Φέργκιουσον είχε χτίσει τη φήμη της πάνω στην αντοχή, στη διαρκή πίεση και στην ιδέα ότι ο αγώνας τελειώνει μόνο όταν τελειώσει πραγματικά.
Ο τελικός της Βαρκελώνης παραμένει σημείο αναφοράς για κάθε συζήτηση γύρω από το πώς η ψυχολογία, οι λεπτομέρειες και οι στατικές φάσεις μπορούν να γυρίσουν έναν τίτλο όταν όλα δείχνουν ότι έχει ήδη κριθεί.
