O ηλεκτρονικός πίνακας στο νότιο πέταλο του Μινεϊράο έδειχνε μόλις το 29ο λεπτό. Ο Σάμι Κεντίρα πάσαρε στον Μεσούτ Εζίλ στα όρια της μεγάλης περιοχής, πήρε την μπάλα πίσω με μια απλή κίνηση στο κενό χώρο και πλάσαρε χαμηλά στα δίχτυα του Ζούλιο Σέζαρ.
Οι παίκτες με τις κίτρινες φανέλες στέκονταν ακίνητοι στο χορτάρι σαν αγάλματα που τα είχε εγκαταλείψει ο γλύπτης τους. Στις κερκίδες των 58.000 θεατών έπεσε μια νεκρική σιωπή που έμοιαζε αφύσικη για γήπεδο ποδοσφαίρου. Το σκορ είχε μόλις γίνει 0-5 και η Βραζιλία παρακολουθούσε τη δική της αθλητική κηδεία σε ζωντανή μετάδοση.
Η βραδιά στο Μπέλο Οριζόντε ξεκίνησε με υπερβολικό συναίσθημα. Ο Λουίς Φελίπε Σκολάρι είχε χτίσει την ψυχολογία της ομάδας του πάνω στην απουσία του τραυματία Νεϊμάρ και του τιμωρημένου Τιάγκο Σίλβα.
Κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου ο αρχηγός Νταβίντ Λουίζ κρατούσε ψηλά τη φανέλα με το νούμερο δέκα προσπαθώντας να μετατρέψει την απώλεια σε κίνητρο. Αυτή η συναισθηματική φόρτιση θόλωσε την κρίση των Βραζιλιάνων.
Ο ομοσπονδιακός τεχνικός επέλεξε να αντιμετωπίσει τη Γερμανία με ακραία επιθετική τακτική τοποθετώντας τον μικρόσωμο Μπερνάρντ (ναι, τον πρώην παίχτη του Παναθηναϊκού) στη θέση του Νεϊμάρ και αφήνοντας τεράστιους χώρους στη μεσαία γραμμή.
Η απόφαση να παίξει ανοιχτά απέναντι σε ένα κέντρο που διέθετε τους Σβάινσταϊγκερ, Κρόος και Κεντίρα αποδείχθηκε το μοιραίο λάθος.

Η κατάρρευση της αμυντικής συνοχής
Η ομάδα του Γιοακίμ Λεβ αντιμετώπισε το πάθος της Βραζιλίας με ψυχραιμία.
Το πρώτο γκολ του Τόμας Μίλερ στο ενδέκατο λεπτό φανέρωσε την έλλειψη συγκέντρωσης στην άμυνα των γηπεδούχων, καθώς ο επιθετικός της Μπάγερν Μονάχου βρέθηκε εντελώς αμαρκάριστος στο ύψος της μικρής περιοχής.
Η συνέχεια ξέφυγε από κάθε λογική προσέγγιση. Από το 23ο έως το 29ο λεπτό οι Γερμανοί εκδήλωσαν τέσσερις επιθέσεις. Και οι τέσσερις κατέληξαν σε γκολ.
Ο Μίροσλαβ Κλόζε κατέρριψε το ρεκόρ σκοραρίσματος στα Παγκόσμια Κύπελλα, ξεπερνώντας τον Ρονάλντο μέσα στην πατρίδα του.
Αμέσως μετά ανέλαβε δράση ο Τόνι Κρόος. Με δύο γρήγορα χτυπήματα τιμώρησε την κατάρρευση του Φερναντίνιο και τη γενικότερη παράλυση της αμυντικής τετράδας της Βραζιλίας.
Οι Βραζιλιάνοι αμυντικοί έτρεχαν άσκοπα γύρω από την μπάλα, ανήμποροι να ακολουθήσουν τις γρήγορες πάσες με τη μία επαφή που άλλαζαν οι αντίπαλοί τους.
Σε εκείνο το εφιαλτικό εξάλεπτο η Γερμανία φαινόταν να παίζει απέναντι σε έντεκα ανθρώπους που είχαν παραδοθεί απόλυτα στον πανικό.
Η μετάβαση από τον θυμό στην ειρωνεία
Με την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου ο Σκολάρι προχώρησε σε αλλαγές περνώντας στο ματς τον Παουλίνιο και τον Ραμίρες.
Η Βραζιλία πίεσε και έκανε τέσσερις εξαιρετικές ευκαιρίες αλλά βρήκε απέναντί της έναν απροσπέλαστο Μάνουελ Νόιερ. Μόλις ο Γερμανός τερματοφύλακας σταμάτησε τις προσπάθειές τους, το κοινό του Μινεϊράο άλλαξε συμπεριφορά. Η αρχική απογοήτευση έδωσε τη θέση της στον απόλυτο κυνισμό.
Κάθε πάσα των Γερμανών άρχισε να συνοδεύεται από ιαχές επιδοκιμασίας από τους ίδιους τους Βραζιλιάνους φιλάθλους που είχαν πληρώσει για να δουν την ομάδα τους να προκρίνεται στον τελικό.
Ο Αντρέ Σίρλε μπήκε στον αγώνα ως αλλαγή και βρήκε άφθονο χώρο για να τρέξει στην κόντρα. Το πρώτο του γκολ στο 69ο λεπτό προήλθε από μια απλή παράλληλη μπαλιά του Λαμ. Δέκα λεπτά αργότερα ο Σίρλε υποδέχθηκε την μπάλα από πλάγια θέση, την έφερε στο αριστερό του πόδι και εξαπέλυσε ένα σουτ που καρφώθηκε στο οριζόντιο δοκάρι και στη συνέχεια στα δίχτυα.
Ήταν το πιο εντυπωσιακό τέρμα της βραδιάς, το οποίο χειροκροτήθηκε θερμά από το εξαντλημένο κοινό.
Το τελικό σφύριγμα του Μεξικανού διαιτητή Μάρκο Ροντρίγκες βρήκε τον Νταβίντ Λουίζ γονατισμένο στο χορτάρι να προσεύχεται. Ο Οσκάρ έκλαιγε με λυγμούς ενώ οι Γερμανοί παίκτες προσπαθούσαν να πανηγυρίσουν με εγκράτεια, κατανοώντας το βάρος της στιγμής για τους συναδέλφους τους.
Η Βραζιλία του 1950 χρειάστηκε δεκαετίες για να ξεπεράσει το Μαρακανάζο, μια ήττα που στο συλλογικό ασυνείδητο φάνταζε ηρωική και τραγική μαζί. Εκείνη η γενιά όμως αποχώρησε από το γήπεδο συντριμμένη από την τακτική ανεπάρκεια και τη θλιβερή απογύμνωση ενός εθνικού μύθου, αφήνοντας το σκορ 1-7 στον πίνακα να υπενθυμίζει στο διηνεκές ότι καμία φανέλα δεν κερδίζει πια τους αγώνες από μόνη της.
