Η επιστροφή μετά τη φρίκη του πολέμου
Στις 24 Ιουνίου 1950, το Μαρακανά άνοιξε τις πόρτες του σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που επέστρεφε μετά από δώδεκα χρόνια. Η Βραζιλία έπαιζε με το Μεξικό, ο κόσμος γέμιζε τις κερκίδες και η διοργάνωση κουβαλούσε κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο.
Από το 1938 ως το 1950, ο θεσμός είχε μείνει ακίνητος. Ο πόλεμος είχε κόψει τη συνέχεια και το τουρνουά στη Βραζιλία έπρεπε να ξαναβάλει το παιχνίδι στη παγκόσμια σκηνή.
Η εικόνα ήταν μεγάλη, αλλά όχι τακτοποιημένη. Στα χαρτιά η τελική φάση είχε χώρο για περισσότερες ομάδες, όμως στη Βραζιλία έφτασαν τελικά μόλις 13. Αποσύρσεις, μακρινά ταξίδια και οικονομικές δυσκολίες άφησαν κενά στους ομίλους. Η Ουρουγουάη, για παράδειγμα, βρέθηκε σε όμιλο δύο ομάδων και χρειάστηκε μόνο το 8-0 απέναντι στη Βολιβία για να περάσει στον τελικό γύρο.
Το Μουντιάλ του 1950 είχε λάμψη, αλλά είχε και σημάδια μιας εποχής που προσπαθούσε ακόμη να σταθεί ξανά στα πόδια της.
Η Βραζιλία και η υπόσχεση του Μαρακανά
Η Βραζιλία μπήκε στη διοργάνωση ως οικοδέσποινα και ως ομάδα που έβλεπε την ευκαιρία να γίνει παγκόσμια πρωταθλήτρια στο σπίτι της.
Ο Φλάβιο Κόστα είχε παίκτες με μεγάλη ποιότητα μπροστά. Ο Αντεμίρ ήταν ο φορ που τελείωνε τις φάσεις, ο Ζιζίνιο έδινε φαντασία, ο Ζαΐρ και ο Τσίκο έφερναν κίνηση γύρω από την περιοχή, ο Φριάσα μπορούσε να χτυπήσει από δεξιά. Το 4-0 με το Μεξικό έδειξε την δυναμική, το 2-2 με την Ελβετία ήταν μια πρώτη προειδοποίηση, αλλά το 2-0 απέναντι στη Γιουγκοσλαβία έφερε την πρόκριση.
Το Μαρακανά δεν ήταν απλώς γήπεδο. Ήταν μια κατασκευή από την οποία πήγαζε προσμονή. Μεγάλες τσιμεντένιες καμπύλες, κόσμος που έφτανε σε κύματα, φωνές που χτυπούσαν ψηλά και γύριζαν πίσω στον αγωνιστικό χώρο. Η Βραζιλία έπαιζε έχοντας πίσω της μια χώρα που είχε ήδη φανταστεί την απονομή. Στην πρώτη φάση, ακόμη και όταν δεν ήταν αλάνθαστη, η ομάδα είχε αρκετή ισχύ για να περάσει.
Η Αγγλία και η Ιταλία έφυγαν νωρίς
Το τουρνουά όμως δεν ανήκε μόνο στους γηπεδούχους. Η Αγγλία εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε Μουντιάλ και στις 29 Ιουνίου, στο Μπέλο Οριζόντε, έχασε 1-0 από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το γκολ του Τζο Γκέτζενς έγινε ιστορία, επειδή έσπασε μια βεβαιότητα της εποχής. Η χώρα που πίστευε ότι είχε φυσικό δικαίωμα στο παιχνίδι, έχανε από ομάδα με παίκτες που έπαιζαν σε πολύ πιο μικρό ποδοσφαιρικό περιβάλλον.
Η Ιταλία, πρωταθλήτρια κόσμου το 1934 και το 1938, δεν προχώρησε επίσης. Η ήττα 3-2 από τη Σουηδία στην πρώτη φάση την έβαλε σε δύσκολη θέση και η νίκη επί της Παραγουάης δεν έφτασε.
Ο τελικός όμιλος αντί για τελικό
Το πιο παράξενο στοιχείο της διοργάνωσης ήταν η μορφή της. Οι νικητές των τεσσάρων ομίλων δεν πήγαν σε ημιτελικά και τελικό. Μπήκαν σε νέο όμιλο.
Βραζιλία, Ουρουγουάη, Ισπανία και Σουηδία θα έπαιζαν όλοι με όλους και ο πρώτος θα έπαιρνε το τρόπαιο.
Η Βραζιλία άρχισε τον τελικό όμιλο με το 7-1 απέναντι στη Σουηδία. Ο Αντεμίρ σκόραρε τέσσερις φορές και το Μαρακανά πήρε φωτιά. Τέσσερις ημέρες αργότερα ήρθε το 6-1 απέναντι στην Ισπανία. Η ομάδα είχε πετύχει 13 γκολ σε δύο ματς του τελικού γύρου. Ο κόσμος τραγουδούσε, οι εφημερίδες ετοίμαζαν κείμενα στέψης, η πόλη ζούσε με την αίσθηση ότι το τελευταίο ματς θα ήταν τελετή.
Η Ουρουγουάη δεν πήγε ως καλεσμένη
Η Ουρουγουάη είχε άλλη διαδρομή. Είχε γυρίσει σε Μουντιάλ για πρώτη φορά μετά τον τίτλο του 1930 και είχε ομάδα με σκληρή καρδιά. Ο Ομπντούλιο Βαρέλα ήταν ο αρχηγός, ο Σκιαφίνο είχε ποιότητα, ο Μίγκες γκολ, ο Γκίτζια ταχύτητα. Στον τελικό όμιλο, το 2-2 με την Ισπανία και το 3-2 με τη Σουηδία την κράτησαν ζωντανή.
Πριν από το τελευταίο ματς, τα πράγματα ήταν απλά. Η Βραζιλία είχε τέσσερις βαθμούς και η Ουρουγουάη τρεις.
Η ισοπαλία έδινε τον τίτλο στη Βραζιλία. Η Ουρουγουάη χρειαζόταν μόνο νίκη.
Η μέρα που σώπασε το Ρίο
Στις 16 Ιουλίου, το Μαρακανά γέμισε για το ματς που θα έκρινε το τρόπαιο. Η Βραζιλία προηγήθηκε στο 47ο λεπτό με τον Φριάσα και για λίγα λεπτά η πόλη είδε την αναμενόμενη εικόνα.
Ο Βαρέλα, σύμφωνα με τη γνωστή αφήγηση του αγώνα, κράτησε την μπάλα και καθυστέρησε την επανέναρξη, ψάχνοντας τρόπο να κόψει τη βραζιλιάνικη ορμή. Η Ουρουγουάη δεν έσπασε. Στο 66ο λεπτό, ο Σκιαφίνο ισοφάρισε. Στο 79ο, ο Γκίτζια χτύπησε από δεξιά και νίκησε τον Μπαρμπόσα για το 2-1.
Στο τέλος η Ουρουγουάη πανηγύριζε, αλλά το γήπεδο είχε βουβαθεί. Για τη Βραζιλία, η ήττα ήταν χαμένη τελετή, χαμένη βεβαιότητα, χαμένη εικόνα μιας χώρας που είχε ετοιμάσει τον εαυτό της για την πρώτη παγκόσμια κορυφή.
Ο Μπαρμπόσα κουβάλησε για χρόνια άδικη ενοχή. Η λευκή φανέλα της Βραζιλίας συνδέθηκε με τη βραδιά και λίγο αργότερα η χώρα θα έψαχνε νέα εμφάνιση, αυτή που έγινε η κίτρινη φανέλα.
Το τραύμα και ο τίτλος
Το Μουντιάλ του 1950 έμεινε συχνά στη μνήμη ως πληγή της Βραζιλίας, αλλά ήταν και θρίαμβος της Ουρουγουάης. Μια μικρή χώρα σε πληθυσμό, με βαριά ποδοσφαιρική παράδοση – όπως διαμορφώθηκε από την κατάκτηση του Πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1930 – , πήγε στο πιο εχθρικό γήπεδο της διοργάνωσης και πήρε τον τίτλο με ανατροπή. Κέρδισε επειδή άντεξε τη στιγμή που όλοι γύρω της περίμεναν να λυγίσει.
Για τη Βραζιλία, το Μαρακανάσο έγινε σημείο που άλλαξε την ποδοσφαιρική της αυτοεικόνα. Ο πρώτος τίτλος θα ερχόταν το 1958, με άλλη φανέλα, άλλη γενιά και τον Πελέ στην αρχή του μύθου του. Όμως η 16η Ιουλίου 1950 έμεινε στο Ρίο σαν παγωμένη εικόνα. Ο Γκίτζια στη δεξιά πλευρά, ο Μπαρμπόσα να πέφτει, η μπάλα στα δίχτυα και ένα γήπεδο τεράστιο, γεμάτο ανθρώπους, να χάνει ξαφνικά τη φωνή του.



