Στις 25 Ιουνίου 1978, το Monumental έμοιαζε με σκηνή που είχε στηθεί για να δείξει στον κόσμο μια Αργεντινή πειθαρχημένη, γεμάτη φωνή, σημαίες και χαρτάκια.
Αυτό ήταν το Μουντιάλ του 1978. Ένα τουρνουά που δεν χωρά σε σκορ και πίνακες. Η Αργεντινή το κατέκτησε δίκαια μέσα στο γήπεδο με πρωταγωνιστή τον Μάριο Κέμπες. Όμως το τουρνουά παίχτηκε σε μια χώρα κάτω από στρατιωτική δικτατορία. Ο Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα και το καθεστώς του χρειάζονταν μια μεγάλη διεθνή εικόνα.
Το ποδόσφαιρο μπορούσε να τη δώσει. Και την έδωσε.
Η διοργάνωση είχε ανατεθεί στην Αργεντινή πριν από το πραξικόπημα του 1976. Όταν όμως έφτασε η ώρα της σέντρας, η χώρα είχε αλλάξει.
Έξω από τα γήπεδα υπήρχαν συλλήψεις, εξαφανίσεις και φόβος. Οι Μητέρες της Plaza de Mayo ζητούσαν να μάθουν τι απέγιναν τα παιδιά τους. Η Διεθνής Αμνηστία είχε ήδη δημοσιεύσει έκθεση για το Μουντιάλ και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το καθεστώς ήθελε να δείξει γιορτή.
Οι καταγγελίες έδειχναν μια άλλη Αργεντινή.
Η ομάδα που κουβαλούσε κάτι μεγαλύτερο από μια φανέλα
Η εθνική ομάδα του Σέσαρ Λουίς Μενότι είχε μεγάλη ποιότητα. Ο Μενότι είχε χτίσει ένα σύνολο με τεχνική, ένταση και καθαρή ιδέα για το τι θέλει από κάθε παιχνίδι. Ο Ουμπάλδο Φιγιόλ έδινε ασφάλεια στην εστία, ο Ντανιέλ Πασαρέλα ήταν ο αρχηγός με τη δυνατή παρουσία στην άμυνα, ο Οσβάλντο Αρδίλες έδινε ρυθμό και ο Κέμπες ήταν ο επιθετικός που μπορούσε να αλλάξει μια βραδιά με μια επαφή στην περιοχή.
Όλοι τους ήταν ποδοσφαιριστές με καριέρες, φιλοδοξίες και μια σπάνια ευκαιρία μπροστά τους. Αυτό κάνει την ιστορία πιο δύσκολη. Για τους ίδιους, το Μουντιάλ ήταν η κορυφή που κυνηγά κάθε παίκτης. Για το καθεστώς, ήταν ένα πολιτικό εργαλείο. Στην ίδια φανέλα συναντήθηκαν η αθλητική ανάγκη, η εθνική πίεση και η προσπάθεια μιας δικτατορίας να ντυθεί με πανηγυρισμούς.
Η Αργεντινή πέρασε από την πρώτη φάση, αλλά η ήττα από την Ιταλία την έστειλε στη δεύτερη φάση στο Ροσάριο.
Εκεί ήρθε το ματς που έμεινε περισσότερο από κάθε άλλο στη μνήμη: στις 21 Ιουνίου, οι γηπεδούχοι αντιμετώπισαν το Περού. Η Βραζιλία είχε ήδη νικήσει την Πολωνία και η Αργεντινή ήξερε τι χρειαζόταν. Νίκη με τέσσερα γκολ για να πάει στον τελικό.
Το 6-0 που ακόμα συζητιέται
Το τελικό 6-0 ήταν υπεραρκετό. Ο Κέμπες, ο Λούκε, ο Ταραντίνι και ο Χάουσμαν έγραψαν το σκορ που έστειλε την Αργεντινή στον τελικό και άφησε τη Βραζιλία στον μικρό τελικό.
Οι φήμες άρχισαν και δεν σταμάτησαν. Ανέφεραν για πολιτική πίεση, για παρασκήνιο, για σχέσεις ανάμεσα σε κυβερνήσεις, για ένα Περού που είχε ήδη χάσει την πορεία του στη δεύτερη φάση.
Εκεί το ποδόσφαιρο, η αριθμητική και η πολιτική συνάντησαν το σκοτάδι της εποχής. Η Αργεντινή χρειαζόταν τέσσερα. Έβαλε έξι. Η χώρα πανηγύρισε. Ο υπόλοιπος κόσμος κράτησε σημείωση.
Ο τελικός και το πρώτο αστέρι
Απέναντι στην Αργεντινή βρέθηκε η Ολλανδία, χωρίς τον Γιόχαν Κρόιφ, αλλά με ακόμη δυνατές τις μνήμες από το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο των προηγούμενων χρόνων. Είχε χάσει τον τελικό του 1974 από τη διοργανώτρια Δυτική Γερμανία. Τέσσερα χρόνια μετά, βρέθηκε ξανά απέναντι σε γηπεδούχο, σε ένα γήπεδο που έμοιαζε να μην αφήνει χώρο στον αντίπαλο να αναπνεύσει.
Ο Κέμπες άνοιξε το σκορ στο 38ο λεπτό. Η Ολλανδία δεν λύγισε. Ο Ντικ Νάνινγκα ισοφάρισε στο 82ο λεπτό και λίγο πριν τελειώσει η κανονική διάρκεια ο Ρομπ Ρένσενμπρινκ σημάδεψε το δοκάρι. Αν η μπάλα έμπαινε, η Αργεντινή ίσως έχανε το τρόπαιο μέσα στο ίδιο γήπεδο που είχε στηθεί για να την αποθεώσει.
Στην παράταση, ο Κέμπες ξαναχτύπησε. Το γκολ του άλλαξε το ματς και ο Ντανιέλ Μπερτόνι έκανε το 3-1. Ο Πασαρέλα σήκωσε το Κύπελλο, οι εξέδρες άνοιξαν σαν θάλασσα από χαρτάκια και η Αργεντινή έγινε για πρώτη φορά παγκόσμια πρωταθλήτρια. Για τους παίκτες, ήταν η νύχτα της ζωής τους. Για το καθεστώς, ήταν η εικόνα που ζητούσε. Για την ιστορία, ήταν ένα τρόπαιο με βαριά σκιά.
Η τελευταία εικόνα δεν είναι μόνο ο Κέμπες με τα χέρια ψηλά. Είναι το Monumental να πανηγυρίζει, ενώ λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα μια άλλη Αργεντινή περίμενε ακόμα απαντήσεις.
