Η Premier League γεννήθηκε από μια ρήξη. Το καλοκαίρι του 1992, το αγγλικό ποδόσφαιρο αποφάσισε να αποκοπεί από το παλιό του μοντέλο και να χτίσει μια νέα βιτρίνα, με εμπορική ανεξαρτησία, ξεχωριστή διαχείριση τηλεοπτικών δικαιωμάτων και μια συμφωνία με το BSkyB που έμελλε να αλλάξει την οικονομία του αθλήματος.
Η πρώτη σεζόν της νέας λίγκας ξεκίνησε στις 15 Αυγούστου 1992 με 22 ομάδες, αλλά από την πρώτη κιόλας μέρα ήταν φανερό ότι είχε γεννηθεί ένα νέο ποδοσφαιρικό προϊόν.
Πίσω από αυτή τη λαμπερή επανεκκίνηση υπήρχε και μια πιο βαριά πραγματικότητα. Το αγγλικό ποδόσφαιρο κουβαλούσε ακόμη τα τραύματα της δεκαετίας του ’80 και κυρίως τη σκιά του Hillsborough.
Οι αλλαγές που ακολούθησαν μετά το πόρισμα Taylor έσπρωξαν τα γήπεδα προς μια νέα εποχή ασφάλειας και εκσυγχρονισμού, αλλά και προς μια διαφορετική εμπειρία θέασης, πιο οργανωμένη, πιο τηλεοπτική, πιο «καταναλώσιμη» για ένα μαζικό κοινό. Παράλληλα, η Αγγλία επιχειρούσε να ξανασυστηθεί και στην Ευρώπη, λίγα μόλις χρόνια μετά την επανένταξη των συλλόγων της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Οι “Big Five” της εποχής, η Άρσεναλ, η Έβερτον, η Λίβερπουλ, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και η Τότεναμ, αντιλήφθηκαν ότι η μοιρασιά των τηλεοπτικών εσόδων με όλες τις κατηγορίες της Football League περιόριζε την ανάπτυξή τους.
Η υπογραφή της συμφωνίας με το δίκτυο BSkyB του Rupert Murdoch αποτέλεσε τον καταλύτη. Για πρώτη φορά, το ποδόσφαιρο στην Αγγλία αντιμετωπίστηκε ως τηλεοπτικό προϊόν υψηλής αισθητικής, με κάλυψη που περιλάμβανε πολλαπλές κάμερες και στατιστική ανάλυση. Αυτή η εμπορική συσκευασία άρχισε να διοχετεύει πρωτοφανή ποσά στα ταμεία των ομάδων, επιτρέποντας την προσέλκυση ξένων παικτών και τη ριζική βελτίωση των υποδομών σε ολόκληρη τη χώρα.
Η τακτική μεταμόρφωση και ο κανόνας του back-pass
Στον αγωνιστικό τομέα, η σεζόν 1992-93 έφερε μια από τις σημαντικότερες αλλαγές στην ιστορία των κανονισμών. Η απαγόρευση στον τερματοφύλακα να πιάνει τη μπάλα με τα χέρια μετά από εσκεμμένη πάσα συμπαίκτη του άλλαξε άρδην τη ροή του παιχνιδιού.
Μέχρι τότε, πολλές ομάδες χρησιμοποιούσαν την επιστροφή στον τερματοφύλακα ως μέσο καθυστέρησης, οδηγώντας σε στατικό ποδόσφαιρο. Ο νέος κανονισμός ανάγκασε τις άμυνες να παίζουν πιο ψηλά και τους τερματοφύλακες να αναπτύξουν ικανότητες με τα πόδια, αυξάνοντας τον καθαρό χρόνο δράσης στην Premier League.
Παράλληλα, η πρώτη σεζόν διατήρησε τη δομή των 22 ομάδων, κάτι που σήμαινε ένα εξαντλητικό πρόγραμμα 42 αγωνιστικών. Η ένταση ήταν πρωτοφανής, καθώς οι ομάδες προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα του μάρκετινγκ, ενώ ταυτόχρονα πάλευαν με την παραδοσιακή σκληρότητα του αγγλικού παιχνιδιού. Η παρουσία προσωπικοτήτων όπως ο Άλαν Σίρερ, που μετακινήθηκε στην Μπλάκμπερν Ρόβερς για το ποσό ρεκόρ των 3,6 εκατομμυρίων λιρών, έδειξε τη νέα οικονομική δυναμική της κατηγορίας.
Η κυριαρχία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και ο παράγοντας Καντονά
Κανένα όμως αφήγημα εκείνης της πρώτης χρονιάς δεν στέκεται χωρίς τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.
Η ομάδα του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον μπήκε άσχημα στη νέα εποχή, χάνοντας τα δύο πρώτα παιχνίδια της, όμως η σεζόν άλλαξε πρόσωπο όταν στο Old Trafford έφτασε ο Ερίκ Καντονά από τη Λιντς τον Νοέμβριο του 1992. Έδωσε προσωπικότητα, θράσος και έναν αέρα βεβαιότητας σε μια ομάδα που έψαχνε το βήμα προς την κορυφή.
Η Άστον Βίλα του Ρον Άτκινσον ήταν ο βασικός ανταγωνιστής για τον τίτλο στο μεγαλύτερο μέρος της σεζόν. Με παίκτες όπως ο Ντάλιαν Άτκινσον και ο Ντιν Σόντερς, η ομάδα του Birmingham οδηγούσε την κούρσα, αλλά η έλλειψη βάθους και η πίεση των τελευταίων αγωνιστικών λύγισαν την Άστον Βίλα.
Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αντίθετα, έτρεξε ένα εντυπωσιακό σερί νικών την άνοιξη, με αποκορύφωμα τη δραματική νίκη επί της Σέφιλντ Γουένσντεϊ με δύο γκολ του Στιβ Μπρους στις καθυστερήσεις.
Το τέλος μιας εποχής και η νέα τάξη πραγμάτων
Ενώ η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ γιόρταζε την επιστροφή της στην κορυφή μετά το 1967, η σεζόν σηματοδότησε και το τέλος εποχής για εμβληματικές μορφές του παρελθόντος. Ο Μπράιαν Κλαφ, ο άνθρωπος που οδήγησε τη Νότιγχαμ Φόρεστ σε δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών, είδε την ομάδα του να υποβιβάζεται και ο ίδιος αποσύρθηκε από την προπονητική.
Ο υποβιβασμός της Νότιγχαμ Φόρεστ ήταν μια υπενθύμιση ότι στην Premier League η ιστορία δεν εγγυόταν την επιβίωση αν δεν υπήρχε διαρκής οικονομική και αγωνιστική προσαρμογή.
Η σεζόν 1992-93 έκλεισε με την Premier League να αποδεικνύει την εμπορική της επιτυχία. Η μέση προσέλευση θεατών αυξήθηκε, τα έσοδα από τις χορηγίες πολλαπλασιάστηκαν και το ενδιαφέρον από το εξωτερικό άρχισε να μεγαλώνει. Το αγγλικό ποδόσφαιρο είχε αφήσει οριστικά πίσω του τη σκοτεινή δεκαετία του ’80.
Η πρώτη αυτή χρονιά θεωρείται το προσχέδιο για το παγκόσμιο φαινόμενο που βλέπουμε σήμερα, όπου το παιχνίδι λειτουργεί ως ένα σύνθετο μείγμα αθλητισμού και παγκόσμιας βιομηχανίας θεάματος.
