Ο αέρας στη Μόσχα τον Μάιο του 1999 κουβαλούσε μια παράξενη υγρασία που κολλούσε στα πρόσωπα των παικτών καθώς περίμεναν να βγουν στον αγωνιστικό χώρο.
Ο Ερνάν Κρέσπο έφτιαχνε νευρικά τις κάλτσες του, ενώ ο Φάμπιο Καναβάρο μιλούσε με τους υπόλοιπους, με τη φωνή του να αντηχεί στους τσιμεντένιους τοίχους.
Σε εκείνα τα λίγα μέτρα πριν το φως του σταδίου, η Πάρμα ένιωθε το βάρος μιας ολόκληρης δεκαετίας επενδύσεων και προσδοκιών.
Η ομάδα που ξεκίνησε ως μια επαρχιακή περιπέτεια της Parmalat είχε φτάσει στην απόλυτη ωριμότητά της, έτοιμη να μετατρέψει έναν ευρωπαϊκό τελικό σε μια προσωπική παράσταση κυριαρχίας.
Το καλοκαίρι του 1998 η διοίκηση του Καλίστο Τανζί αποφάσισε να αλλάξει το επίπεδο του ανταγωνισμού, παραδίδοντας τα κλειδιά της ομάδας στον Αλμπέρτο Μαλεζάνι.
Η πρόσληψη του νεαρού τεχνικού συνοδεύτηκε από μια επιθετική μεταγραφική πολιτική που στόχευε στην κάλυψη κάθε αδυναμίας του ρόστερ.
Η απόκτηση του Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν από τη Σαμπντόρια έναντι 30 δισεκατομμυρίων λιρετών αποτέλεσε τη δήλωση ισχύος που χρειαζόταν ο σύλλογος. Μαζί του έφτασαν στο Ένιο Ταρντίνι ο Γάλλος μέσος Αλέν Μπογκοσιάν, επίσης από τη Γένοβα, και ο πολύπειρος Ντιέγκο Φούζερ από τη Λάτσιο.
Αυτές οι κινήσεις δημιούργησαν ένα κράμα αθλητικότητας και τεχνικής κατάρτισης που επέτρεπε στον Μαλεζάνι να εφαρμόσει το φιλόδοξο τακτικό του πλάνο.
Η αρχιτεκτονική του 3-4-1-2
Ο Μαλεζάνι εγκατέλειψε το δογματικό 4-4-2 του παρελθόντος, επιλέγοντας ένα σχήμα που βασιζόταν στην απόλυτη ελευθερία του Βερόν και τη θωράκιση των μετόπισθεν.
Στην άμυνα η τριάδα των Τουράμ, Σενσίνι και Καναβάρο αποτελούσε ένα σύνολο που σπάνια συναντάται στην ποδοσφαιρική ιστορία. Ο Τουράμ πρόσφερε την εκρηκτικότητα στις πλάγιες καλύψεις, ο Σενσίνι την εμπειρία της καθοδήγησης και ο Καναβάρο την επιθετικότητα στις προσωπικές μονομαχίες. Η τακτική αυτή προσέγγιση επέτρεπε στους ακραίους μπακ-χαφ, τον Φούζερ και τον Βανόλι, να λειτουργούν ως επιπλέον επιθετικοί όταν η ομάδα είχε την κατοχή.
Ο Βερόν τοποθετήθηκε στην κορυφή του ρόμβου στη μεσαία γραμμή, έχοντας το ελεύθερο να υποχωρεί μέχρι την άμυνα για να οργανώνει το παιχνίδι, ενώ οι Μπάτζιο και Μπογκοσιάν αναλάμβαναν το εξαντλητικό έργο της ανάκτησης της μπάλας.
Στο ιταλικό πρωτάθλημα η Πάρμα έδειξε από νωρίς ότι μπορούσε να κοντράρει τους παραδοσιακούς γίγαντες του Βορρά. Η πορεία στη Serie A χαρακτηρίστηκε από εντυπωσιακές νίκες, όπως το διπλό στην έδρα της Γιουβέντους, αλλά και από ορισμένες απώλειες βαθμών που την κράτησαν μακριά από τη διεκδίκηση του τίτλου μέχρι το τέλος.
Η τέταρτη θέση που εξασφάλισε η ομάδα θεωρήθηκε επιτυχία, καθώς χάρισε το εισιτήριο για το Champions League της επόμενης περιόδου. Ωστόσο η πραγματική μαγεία εκείνης της σεζόν κρυβόταν στις διοργανώσεις των νοκ-άουτ αγώνων, εκεί όπου το σύνολο του Μαλεζάνι μπορούσε να διαχειριστεί την πίεση των μεγάλων ραντεβού με παροιμιώδη ψυχραιμία.
Η διπλή στέψη και ο θρίαμβος επί της Μπορντό
Η διαδρομή προς το Κύπελλο UEFA περιλάμβανε μια από τις πιο εμβληματικές βραδιές στην ιστορία του συλλόγου.
Μετά την ήττα με 2-1 στη Γαλλία από την Μπορντό, η ρεβάνς του Ταρντίνι εξελίχθηκε σε έναν ποδοσφαιρικό τυφώνα. Η Πάρμα διέλυσε τους Γάλλους με 6-0, με τους Κρέσπο και Κιέζα να εκμεταλλεύονται κάθε κενό χώρο που δημιουργούσε η ευφυΐα του Βερόν.
Αυτή η νίκη λειτούργησε ως επιταχυντής για την αυτοπεποίθηση των παικτών, οι οποίοι στη συνέχεια ξεπέρασαν το εμπόδιο της Ατλέτικο Μαδρίτης στα ημιτελικά με δύο νίκες.
Η ομάδα έπαιζε ένα ποδόσφαιρο που συνδύαζε την ιταλική τακτική πειθαρχία με μια σχεδόν λατινοαμερικάνικη φινέτσα στην τελική προσπάθεια.
Παράλληλα η Πάρμα προχωρούσε ακάθεκτη και στο Coppa Italia.
Στον διπλό τελικό απέναντι στη Φιορεντίνα του Γκάμπριελ Μπατιστούτα, οι ισορροπίες ήταν εξαιρετικά λεπτές. Μετά το 1-1 του πρώτου αγώνα στην έδρα τους, οι Gialloblu ταξίδεψαν στη Φλωρεντία γνωρίζοντας ότι έπρεπε να σκοράρουν.
Το τελικό 2-2 στο Αρτέμιο Φράνκι, με γκολ των Κρέσπο και Βανόλι, χάρισε το τρόπαιο στην Πάρμα λόγω του κανονισμού των εκτός έδρας γκολ.
Ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία της άνοιξης του 1999, μια απόδειξη ότι η ομάδα είχε αποκτήσει το μέταλλο του νικητή που της έλειπε τα προηγούμενα χρόνια.
Η κορύφωση ήρθε στη Μόσχα απέναντι στη Μαρσέιγ. Ο τελικός του Κυπέλλου UEFA μετατράπηκε σε έναν μονόλογο των Ιταλών, οι οποίοι πίεζαν ψηλά και ανάγκαζαν τους Γάλλους σε συνεχή λάθη.
Ο Κρέσπο άνοιξε το σκορ εκμεταλλευόμενος μια ολέθρια επιστροφή της μπάλας, ενώ ο Βανόλι και ο Κιέζα σφράγισαν το τελικό 3-0.
Η Πάρμα κατέκτησε δύο τίτλους μέσα σε λίγες ημέρες, και απέδειξε ότι ένα επαρχιακό κέντρο μπορούσε να παράγει ποδόσφαιρο παγκόσμιας κλάσης. Η ομάδα ανάγκασε την Ευρώπη να υποκλιθεί στην τακτική της ανωτερότητα και το αστείρευτο ταλέντο των μονάδων της.
Όταν το πούλμαν της επιστροφής διέσχιζε τους δρόμους της Πάρμα τις πρώτες πρωινές ώρες, οι χιλιάδες οπαδοί που είχαν κατακλύσει την Πιάτσα Γκαριμπάλντι γιόρταζαν τη στιγμή που η πόλη τους έγινε το κέντρο του ποδοσφαιρικού κόσμου, μια ανάμνηση που θα παρέμενε ανεξίτηλη ακόμη και όταν τα οικονομικά σύννεφα άρχισαν να πυκνώνουν πάνω από το Ένιο Ταρντίνι λίγα χρόνια αργότερα.
