Στην Κωνσταντινούπολη, λίγο πριν ο Ολυμπιακός γίνει ξανά πρωταθλητής Ευρώπης, ο Ντούσαν Ίβκοβιτς στεκόταν μπροστά στους παίκτες του χωρίς ίχνος πανικού.
Η ΤΣΣΚΑ είχε προηγηθεί με 19 πόντους, το γήπεδο έμοιαζε να σπρώχνει το ματς προς το δικό της τέλος και ο Ολυμπιακός έπαιζε με τα νεύρα τεντωμένα. Στο τελευταίο κομμάτι του αγώνα όμως, η ομάδα του Ντούντα δεν έδειξε να παραιτείται.
Έμεινε σε κάθε άμυνα, σε κάθε ριμπάουντ, σε κάθε πάσα. Όταν ο Σπανούλης βρήκε τον Πρίντεζη και εκείνος έκανε το θρυλικό πεταχτάρι με το δεξί, η μπάλα δεν έκρινε απλώς έναν τελικό. Έκλεισε έναν κύκλο πίστης.
Ο Ίβκοβιτς είχε ξαναζήσει αυτό το βάρος. Το 1997, στη Ρώμη, είχε οδηγήσει τον Ολυμπιακό στην πρώτη του EuroLeague. Εκείνη η ομάδα είχε τον Ντέιβιντ Ρίβερς σε ρόλο MVP, είχε σκληράδα, είχε την πείνα ενός συλλόγου που κυνηγούσε χρόνια την κορυφή. Ο τελικός με την Μπαρτσελόνα έφερε το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο και μαζί το Triple Crown.
Για τον Πειραιά, ο Ντούντα έγινε ο άνθρωπος που άνοιξε την πόρτα.
Ο προπονητής που ήξερε να περιμένει
Ο Ίβκοβιτς δεν ήταν προπονητής που χρειαζόταν μεγάλες χειρονομίες για να πείσει. Η φωνή του μπορούσε να γίνει σκληρή, το βλέμμα του να κόψει μια λάθος πάσα πριν καν φύγει από τα χέρια, αλλά η δύναμή του ήταν αλλού. Έβλεπε το παιχνίδι σαν αλυσίδα από μικρές αποφάσεις. Πότε να κατέβει ο ρυθμός, πότε να πάει η μπάλα κοντά στο καλάθι, πότε να αλλάξει ο αμυντικός προσανατολισμός, πότε ένας παίκτης έπρεπε να νιώσει ότι ο προπονητής τον πιστεύει.
Αυτό είχε μάθει από το Βελιγράδι, από τη Ραντνίτσκι, από τη γιουγκοσλαβική σχολή που έβλεπε το μπάσκετ σαν τέχνη προπόνησης και χαρακτήρα. Πριν γίνει ο μεγάλος Ντούντα των τελικών, ήταν παίκτης που έμαθε το άθλημα στα μικρά γήπεδα.
Στην Παρτίζαν πήρε το πρώτο μεγάλο πακέτο τίτλων, με πρωτάθλημα, Κύπελλο και Κύπελλο Κόρατς. Από εκεί άρχισε μια πορεία που πέρασε από συλλόγους, εθνικές ομάδες, διαφορετικές χώρες και διαφορετικές γενιές.
Η Γιουγκοσλαβία, η Ελλάδα και οι παίκτες που μεγάλωσαν δίπλα του
Με τη Γιουγκοσλαβία, ο Ίβκοβιτς είχε στα χέρια του παίκτες με τεράστιο ταλέντο και ισχυρό εγωισμό. Ο Ντράζεν Πέτροβιτς, ο Βλάντε Ντίβατς, ο Τόνι Κούκοτς και οι συμπαίκτες τους μπορούσαν να αλλάξουν αγώνα με μία απόφαση. Ο Ντούντα έπρεπε να τους κάνει ομάδα. Το ασημένιο στη Σεούλ το 1988, το χρυσό στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1990 και οι ευρωπαϊκοί τίτλοι έδειξαν ότι μπορούσε να κρατήσει μαζί προσωπικότητες που ζητούσαν μπάλα, ρόλο και ευθύνη.
Στην Ελλάδα βρήκε μια άλλη σχέση με το μπάσκετ. Τα γήπεδα ήταν γεμάτα, οι απαιτήσεις βαριές, οι ήττες κρατούσαν μέρες. Με τον ΠΑΟΚ πήρε πρωτάθλημα, με την ΑΕΚ ευρωπαϊκό τρόπαιο, με τον Ολυμπιακό έζησε τις δύο στιγμές που τον έδεσαν πιο πολύ με την ελληνική ιστορία του μπάσκετ.
Η πρώτη ήρθε το 1997, όταν ο Ολυμπιακός έφτασε εκεί που τόσα χρόνια κοιτούσε από απόσταση. Η δεύτερη ήρθε το 2012, όταν όλα έμοιαζαν πιο δύσκολα και για αυτό έγιναν και πιο γλυκά.
Η ομάδα του 2012 δεν είχε το βάρος των μεγάλων ονομάτων που είχε συνηθίσει η EuroLeague να φοβάται. Είχε προφανώς τον Σπανούλη στο κέντρο της απόφασης, τον Πρίντεζη σε χρονιά ωρίμανσης, τον Παπανικολάου, τον Σλούκα, τον Μάντζαρη, τον Χάινς, παίκτες που έμοιαζαν να μεγαλώνουν αγώνα με τον αγώνα.
Ο Ίβκοβιτς τους έδωσε ρόλους και ευθύνες. Τους έμαθε να παίζουν μέχρι την τελευταία άμυνα, ακόμη και όταν το σκορ έλεγε ότι το ματς είχε χαθεί.
Η αποχώρησή του λίγες εβδομάδες μετά την κορυφή έκανε τη βραδιά της Κωνσταντινούπολης ακόμη πιο φορτισμένη. Ο Ίβκοβιτς δεν έφυγε επειδή είχε κλείσει ένας κανονικός κύκλος επιτυχίας.
Στην επίσημη δήλωσή του μίλησε για την οικονομική κρίση, για τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στο ελληνικό μπάσκετ και για την κούραση από τα τρία χρόνια στα οποία δούλευε ταυτόχρονα στον Ολυμπιακό και στην εθνική Σερβίας.
Αργότερα στάθηκε και στη μείωση του μπάτζετ, δείχνοντας ότι η απόφαση είχε μέσα της και αγωνιστική ανησυχία. Είχε μόλις φτιάξει μια ομάδα που μεγάλωνε, αλλά έβλεπε ότι η επόμενη μέρα θα ζητούσε άλλους όρους.

By Christopher Johnson – Flickr: IMG_4145, CC BY-SA 2.0, Link
Οι δύο ευρωπαϊκές νύχτες του Ολυμπιακού
Γι’ αυτό η ιστορία του με τον Ολυμπιακό δεν χωρά σε ένα σουτ. Το 1997 ήταν η πρώτη κατάκτηση μιας ομάδας που έψαχνε χρόνια την αναγνώριση στην Ευρώπη. Το 2012 ήταν η επιστροφή από το χείλος του γκρεμού, η νύχτα που μια νεότερη ομάδα έμαθε ότι μπορεί να σταθεί απέναντι στον πλουσιότερο και πιο γεμάτο αντίπαλο της διοργάνωσης.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο βραδιές υπάρχει ένας προπονητής που άλλαξε πρόσωπα, εποχές και υλικό, αλλά κράτησε την ίδια απαίτηση. Να παίζεις σωστά ακόμα και όταν τα χέρια βαραίνουν.

By https://www.flickr.com/photos/zeljkojoksimovic/ – https://www.flickr.com/photos/zeljkojoksimovic/7198625446/, CC BY 2.0, Link
Ο Ίβκοβιτς άφησε πίσω του παίκτες που μιλούσαν για εκείνον σαν δάσκαλο, προπονητές που πήραν πράγματα από τη δουλειά του, φιλάθλους που τον θυμούνται με σεβασμό ακόμη κι όταν δεν ήταν προπονητής της δικής τους ομάδας. Στην άκρη του πάγκου είχε την αυστηρότητα ανθρώπου που ζητούσε πολλά, γιατί πίστευε ότι το μπάσκετ τα επιστρέφει μόνο σε όσους αντέχουν τη δουλειά.
Όταν έφυγε από την ζωή στο Βελιγράδι το 2021, το ευρωπαϊκό μπάσκετ αποχαιρέτησε έναν από τους τελευταίους μεγάλους δασκάλους του πάγκου.
Για τον Ολυμπιακό, ο αποχαιρετισμός είχε και κάτι πιο προσωπικό. Ο ίδιος άνθρωπος που του έδωσε την πρώτη ευρωπαϊκή κορυφή, γύρισε δεκαπέντε χρόνια μετά και του χάρισε τη δεύτερη με έναν τρόπο που ακόμη προκαλεί έντονα συναισθήματα.
Η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη μένουν σαν δύο κόκκινες νύχτες στην ίδια διαδρομή. Στη μέση τους στέκεται ο Ντούντα, με το σακάκι του, το αυστηρό του βλέμμα στο παρκέ και την ομάδα του να πιστεύει ότι μπορεί να νικήσει μέχρι να ακουστεί η κόρνα της γραμματείας.
