Στο Μπέλο Οριζόντε, πριν ο ημιτελικός της Γερμανίας με τη Βραζιλία πάρει διαστάσεις ιστορικού σοκ, ο Μίροσλαβ Κλόζε πρόλαβε να κάνει τη δική του μικρή κίνηση μέσα στην περιοχή.
Πρώτο σουτ, απόκρουση. Δεύτερη επαφή, γκολ.
Το 0-2 ήταν το 16ο δικό του σε Παγκόσμιο Κύπελλο και τον έστειλε πάνω από τον Ρονάλντο. Για χρόνια, εκείνη η φάση έμεινε σαν το πιο χαρακτηριστικό στιγμιότυπο της καριέρας του: όχι εντυπωσιακή τεχνική, αλλά σωστή θέση, επιμονή και τελείωμα νικώντας την άμυνα.
Η νέα κορυφή της λίστας ανήκει πλέον στον Λιονέλ Μέσι. Αυτό αλλάζει τον πίνακα, όχι όμως και την αξία που είχε ο σπουδαίος Μίροσλαβ Κλόζε. Ο – γεννημένος στην Πολωνία – Γερμανός δεν ήταν μόνο ο άνθρωπος των τελικών φάσεων.
Η καριέρα του σε συλλόγους είχε καθυστερημένη εκκίνηση, μεγάλη τριετία στη Βέρντερ, τίτλους στην Μπάγερν και μια πενταετία στην Ρώμη που τον κράτησε στο υψηλό επίπεδο ως τα 38 του.
Το ρεκόρ του Μουντιάλ ήταν η κορυφή μιας πορείας που είχε δουλειά κάθε Σαββατοκύριακο.
Από την Καϊζερσλάουτερν στη Βρέμη
Ο Κλόζε μπήκε αργά στη μεγάλη σκηνή. Πέρασε από μικρές κατηγορίες, έφτασε στη δεύτερη ομάδα της Καϊζερσλάουτερν και έκανε ντεμπούτο στη Bundesliga όταν άλλοι φορ της γενιάς του είχαν ήδη αποκτήσει φήμη.
Αυτό τον έκανε πιο πρακτικό παίκτη. Έπαιζε σαν να μετρούσε κάθε κίνηση, γιατί κάθε χαμένο βήμα μπορούσε να του κοστίσει θέση. Στο Fritz-Walter-Stadion έγινε ο φορ που χτυπούσε μέσα από την περιοχή με γρήγορη σκέψη και άρχισε να χτίζει αριθμούς που δεν έδειχναν προσωρινό πυροτέχνημα.
Η μεταγραφή στη Βέρντερ Βρέμης το 2004 ήταν η πιο σημαντική ποδοσφαιρική του στροφή. Εκεί ο Κλόζε βρήκε ομάδα που έπαιζε επιθετικά, με ταχύτητα, τεχνική και δημιουργούς γύρω του. Δεν έμενε καρφωμένος ανάμεσα στα στόπερ. Έβγαινε λίγο έξω από την περιοχή, άνοιγε διάδρομο, έδινε πάσα, ξανάμπαινε στο κουτί. Τη σεζόν 2005-06 έφτασε στα 25 γκολ στη Bundesliga και πήρε τον τίτλο του πρώτου σκόρερ.
Η ίδια περίοδος έδειξε και κάτι που συχνά ξεχνιέται: ήταν φορ που βοηθούσε στη ροή του παιχνιδιού, όχι μόνο στη τελική φάση.
Η Βέρντερ εκείνων των χρόνων ήταν μια σπουδαία ομάδα, που κατάφερε να κατακτήσει και το νταμπλ το 2004. Δεν ήταν μικρό σκαλοπάτι πριν από την Μπάγερν.
Ο Κλόζε έφυγε από τη Βρέμη με την φήμη ενός παίκτη που μπορούσε να σκοράρει, να φτιάχνει φάσεις και να αποτελεί κίνδυνο για κάθε άμυνα. Γι’ αυτό η Μπάγερν τον πήρε το 2007.
Η Μπάγερν και η νέα πρόκληση με τη Λάτσιο
Στο Μόναχο ο ρόλος του άλλαξε. Η Μπάγερν είχε μεγαλύτερη πίεση, πιο σκληρό ανταγωνισμό και φορ όπως ο Λούκα Τόνι και αργότερα ο Μάριο Γκόμες. Ο Κλόζε δεν είχε πάντα τον χώρο που είχε στη Βρέμη. Παρ’ όλα αυτά, κατέκτησε δύο Bundesliga και δύο DFB-Pokal, συμμετείχε σε πορείες Champions League και έμαθε να μένει χρήσιμος ακόμη όταν η ομάδα δεν ήταν χτισμένη γύρω του. Σε 98 συμμετοχές έβαλε 24 γκολ.
Το 2011, η Λάτσιο του έδωσε κάτι διαφορετικό: χρόνο, σεβασμό και νέα σχέση με την περιοχή. Στη Ρώμη έγινε παίκτης που οι οπαδοί αναγνώριζαν για την ευφυία των κινήσεών του.
Στις 5 Μαΐου 2013, στο 6-0 με την Μπολόνια, έβαλε πέντε γκολ και θύμισε ότι ο έμπειρος πλέον φορ δεν είχε χάσει το ένστικτό του. Λίγες εβδομάδες μετά, η Λάτσιο κέρδισε τη Ρόμα στον τελικό του Coppa Italia.
Η εθνική Γερμανίας και το ρεκόρ
Με την εθνική Γερμανίας, ο Κλόζε είχε το τέλειο περιβάλλον για το ποδόσφαιρό του.
Στο Μουντιάλ του 2002 σκόραρε πέντε φορές, όλες με κεφαλιές. Το 2006 πήρε το Χρυσό Παπούτσι μέσα στη Γερμανία. Το 2010 πρόσθεσε τέσσερα γκολ σε μια νεότερη, πιο γρήγορη ομάδα. Το 2014, σε ηλικία 36 ετών, έδωσε ακόμη δύο: το ένα για να πιάσει το ρεκόρ, το άλλο για να το ξεπεράσει.
Το τελευταίο του παιχνίδι με τη Γερμανία ήταν τελικός Παγκοσμίου Κυπέλλου και έληξε με τρόπαιο.
Ο Μέσι τον προσπέρασε στον πίνακα των πρώτων σκόρερ σε Μουντιάλ γιατί η ιστορία συνεχίζεται και οι μεγάλοι αριθμοί κάποτε αλλάζουν χέρια. Ο Κλόζε, όμως, μένει ως ένας από τους λίγους φορ που έκαναν την περιοχή προσωπικό χώρο εργασίας για σχεδόν δύο δεκαετίες.
Από την Καϊζερσλάουτερν στη Βέρντερ, από το Μόναχο στη Ρώμη και από τη Σαπόρο ως το Μαρακανά, ο Κλόζε έφτανε στη φάση ένα βήμα πριν από τους άλλους. Γι’ αυτό το ρεκόρ του δεν έμοιαζε ποτέ με σύμπτωση, αλλά με αποτέλεσμα μιας ολόκληρης ποδοσφαιρικής ζωής μέσα στην περιοχή.



