Μένουν λίγα δευτερόλεπτα στην Κωνσταντινούπολη και ο Ολυμπιακός έχει την μπάλα. Το Sinan Erdem Dome βράζει, αλλά για τους ανθρώπους με τα ερυθρόλευκα όλα ακούγονται σαν να έρχονται από μακριά.
Η ΤΣΣΚΑ προηγείται 61-60, ο χρόνος τελειώνει, και ο Βασίλης Σπανούλης παίρνει την μπάλα στα χέρια του. Μπροστά του δεν υπάρχει πια ένας ολόκληρος τελικός. Υπάρχει μόνο μια απόφαση.
Ο αρχηγός μπαίνει προς τα μέσα, τραβάει την άμυνα πάνω του και την τελευταία στιγμή βλέπει τον Γιώργο Πρίντεζη αριστερά. Η πάσα φεύγει γρήγορα. Ο Πρίντεζης πιάνει την μπάλα με το σώμα λίγο στραμμένο, όπως το είχε κάνει αμέτρητες φορές στο ΣΕΦ, σε προπονήσεις, σε νύχτες που κανείς δεν χειροκροτούσε. Το πεταχτάρι φεύγει από το χέρι του.
Για ένα δευτερόλεπτο, ολόκληρος ο Ολυμπιακός, ο κόσμος του, ολόκληρος ο πλανήτης μοιάζει να περιμένει στον αέρα μαζί με την μπάλα.
Μέσα. 61-62. 0,7 δευτερόλεπτα.
Και μετά, τίποτα δεν ακούγεται φυσιολογικά. Κραυγές, αγκαλιές, άνθρωποι που πιάνουν το κεφάλι τους, παίκτες που τρέχουν χωρίς να ξέρουν πού πάνε.
Ο Ολυμπιακός έχει γυρίσει έναν τελικό που είχε χαθεί. Έχει πάρει το ευρωπαικό με τρόπο που μοιάζει γραμμένος για να τον λες ξανά και ξανά, κάθε φορά με την ίδια ανατριχίλα.
Το βουνό που είχε απέναντί του
Η ΤΣΣΚΑ ήταν μια ομάδα φτιαγμένη για να σηκώσει την κούπα. Τεόντοσιτς, Κιριλένκο, Σισκάουσκας, Χριάπα, Κρστιτς. Ονόματα βαριά, κορμιά μεγάλα, εμπειρία παντού. Όταν άνοιγε το γήπεδο, έμοιαζε να έχει πάντα μια παραπάνω λύση. Όταν έκλεινε η ρακέτα, είχε σουτ. Όταν κόλλαγε η επίθεση, είχε παίκτες που μπορούσαν να φτιάξουν φάση χωρίς βοήθεια.
Απέναντί της στεκόταν ένας Ολυμπιακός που είχε μάθει να ζει με το «δεν γίνεται» των άλλων. Μια ομάδα με πιτσιρικάδες, με ρόλους που κερδήθηκαν στο παρκέ, με έναν Ίβκοβιτς στον πάγκο να κοιτάζει το ματς σαν άνθρωπος που έχει δει τα πάντα και πάλι ψάχνει την επόμενη λεπτομέρεια. Ο Μάντζαρης να βάζει πίεση πάνω στην μπάλα. Ο Ντόρσι να βάζει πλάτη στη ρακέτα. Ο Άντιτς να παλεύει σε κάθε επαφή. Ο Παπανικολάου με ωριμότητα και μάτια που άναβαν σε κάθε σουτ. Ο Σπανούλης να κουβαλάει την ευθύνη χωρίς να λυγίζει από τίποτα και κανέναν.
Το ματς όμως πήγε εκεί που η ΤΣΣΚΑ ήθελε. Το πρώτο δεκάλεπτο ήταν σφιχτό, νευρικό, με κάθε καλάθι να μπαίνει δύσκολα. Μετά οι Ρώσοι άνοιξαν τη διαφορά. Τα σουτ για τον Ολυμπιακό έβγαιναν με κόπο, οι κατοχές χάνονταν, η άμυνα δεν μπορούσε να σταθεί στις απαιτήσεις.
Στην τρίτη περίοδο το σκορ έφτασε 53-34. Δεκαεννιά πίσω. Σε τελικό Ευρωλίγκας. Απέναντι σε αυτή την ΤΣΣΚΑ.
Εκεί που άλλοι λύγισαν, ο Ολυμπιακός ξεκίνησε
Κάπου εκεί αρχίζει η ιστορία. Γιατί εκεί που το ματς φαινόταν να χάνεται οριστικά, ο Ολυμπιακός άρχισε να σφίγγει το γήπεδο γύρω από την ΤΣΣΚΑ. Κάθε άμυνα γινόταν μάχη. Κάθε ριμπάουντ είχε ιδρώτα. Κάθε πάσα των Ρώσων έβρισκε μπροστά της ένα χέρι, ένα σώμα, μια ανάσα από παίκτη με κόκκινη φανέλα.
Ο Παπανικολάου έδωσε τη φλόγα. Έβαλε μεγάλα σουτ, έτρεξε, όρμησε, έπαιξε σαν να είχε μεγαλώσει για αυτή τη βραδιά. Ο Χάινς ήταν πανταχού παρών. Ο νεαρός τότε Σλούκας πήρε τα λεπτά του και δεν κρύφτηκε. Ο Πρίντεζης έδινε ανάσες με κινήσεις κοντά στο καλάθι. Και Ο Σπανούλης, ακόμη κι όταν δεν σκόραρε κρατούσε το τιμόνι γερά.
Η ΤΣΣΚΑ άρχισε να κοιτάζει το σκορ. Αυτό είναι το πρώτο σημάδι φόβου σε έναν τελικό. Η επίθεση της έπαψε να ρέει. Ο χρόνος έγινε βάρος. Οι κατοχές τελείωναν πιο αργά, πιο διστακτικά, με λιγότερη πίστη.
Ο Ολυμπιακός από την άλλη έπαιζε πια με το θυμικό του κόσμου του.
Με εκείνη την παλιά, πεισματάρικη αίσθηση ότι όσο υπάρχει μία κατοχή, υπάρχει ζωή.
Οι βολές, η πάσα, το πεταχτάρι
Στο τέλος, όλα μαζεύτηκαν σε λίγες εικόνες. Ο Σισκάουσκας στη γραμμή. Ένας τεράστιος παίκτης, με πολλές τέτοιες στιγμές στην καριέρα του, απέναντι στο καλάθι που μπορούσε να δώσει τίτλο στην ΤΣΣΚΑ. Οι βολές χάθηκαν.
Για την ομάδα της Μόσχας ήταν σοκ. Για τον Ολυμπιακό ήταν πρόσκληση. Μια τελευταία ευκαιρία, από αυτές που δεν τις σκέφτεσαι. Τις αρπάζεις.
Η μπάλα πήγε στον Σπανούλη. Ο αρχηγός ήξερε ότι όλη η άμυνα θα προσπαθήσει να τον κλείσει. Ήξερε ότι το γήπεδο περίμενε από εκείνον να τελειώσει τη φάση. Γι’ αυτό και έκανε αυτό που κάνουν οι μεγάλοι παίκτες, οι πραγματικοί ηγέτες: έδωσε το σωστό σουτ στον σωστό άνθρωπο.
Ο Πρίντεζης δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. Το χέρι του πήγε από συνήθεια, από δουλειά, από ένστικτο.
Και όταν η μπάλα μπήκε μέσα στο καλάθι, η Κωνσταντινούπολη έγινε Πειραιάς. Έγινε ΣΕΦ, έγινε δρόμος, έγινε καφενείο, έγινε σπίτι με ανθρώπους αγκαλιασμένους μπροστά στην τηλεόραση. Έγινε η στιγμή που ο φίλος του Ολυμπιακού θυμάται πού βρισκόταν, με ποιον ήταν, τι φώναξε, ποιον πήρε τηλέφωνο.
Ο Ολυμπιακός πήρε τη δεύτερη Ευρωλίγκα της ιστορίας του, αλλά εκείνο το βράδυ κέρδισε κάτι ακόμη πιο δυνατό.
Έφτιαξε έναν μύθο δικό του, φτιαγμένο από πείσμα, άγνοια φόβου και πειραιώτικη υπερηφάνεια.
Η ΤΣΣΚΑ είχε τα ονόματα, το προβάδισμα, τον έλεγχο για σχεδόν όλο τον τελικό. Ο Ολυμπιακός του Ίβκοβιτς, του Σπανούλη, του Πρίντεζη και όλων των υπόλοιπων παιδιών, όμως δεν ενδιαφέρθηκε για όλα αυτά, γιατί είχε την δική του ιστορία να γράψει.
