Στα τελευταία δευτερόλεπτα στο Κάουνας, ο Ολυμπιακός είχε μπροστά του αυτό που είχε κυνηγήσει από τον Οκτώβριο. Μία άμυνα. Μία κατοχή. Μία μικρή απόσταση ανάμεσα σε ένα γήπεδο που κρατούσε την ανάσα του και σε μια τέταρτη Ευρωλίγκα που έμοιαζε να πλησιάζει στον Πειραιά.
Ο Σέρχιο Γιουλ πήρε την μπάλα, βρήκε τον πανύψηλο Μουσταφά Φαλ απέναντί του και σηκώθηκε για το σουτ που άλλαξε τα πάντα. Η μπάλα μπήκε και το 78-79 άφησε τον Ολυμπιακό με το βλέμμα καρφωμένο σε κάτι που είχε σχεδόν δικό του.
Ο τελικός είχε αρχίσει όπως θα ήθελε ο Γιώργος Μπαρτζώκας. Ο Ολυμπιακός – μετά τον ημιτελικό με τη Μονακό – μπήκε με καθαρό μυαλό, με τη μπάλα να φεύγει γρήγορα από τα χέρια και με τους παίκτες του να βρίσκουν τις σωστές γωνίες. Ο Τόμας Γουόκαπ οργάνωνε χωρίς βιασύνη, ο Κώστας Παπανικολάου έδινε άμυνα και ισορροπία, ο Μουσταφά Φαλ κοίταζε στα ίσια τον Ταβάρες κοντά στο καλάθι. Πάνω από όλα, ο Σάσα Βεζένκοβ έπαιζε όπως ο άνθρωπος που είχε κουβαλήσει όλη τη σεζόν μέχρι εκείνη τη βραδιά. Κάθε του κίνηση είχε σιγουριά, κάθε σουτ έμοιαζε να βγαίνει από δουλειά μηνών.
Το 24-17 της πρώτης περιόδου ήταν η πρώτη εικόνα ενός τελικού που ο Ολυμπιακός έδειχνε ότι μπορούσε να ελέγξει. Οι κόκκινες εξέδρες στο Κάουνας έδιναν ρυθμό, ο πάγκος ζούσε κάθε άμυνα και η Ρεάλ αναγκαζόταν να ψάχνει λύσεις.
Εκεί, ο Ολυμπιακός έδειχνε την ποιότητας της ομάδας που είχε τερματίσει πρώτη στην κανονική περίοδο. Με άμυνα που διάβαζε, με πάσα που τιμωρούσε, με παίκτες που έμοιαζαν συνδεδεμένοι σε κάθε κατοχή.
Η βραδιά που άρχισε να γέρνει προς τα κόκκινα
Η Ρεάλ δεν έφυγε ποτέ από το ματς. Αυτό ήταν το πρώτο σημάδι κινδύνου. Ο Σέρχιο Ροντρίγκεθ έδωσε σκέψη και ρυθμό, ο Φαμπιάν Κοζέρ βρήκε σουτ, ο Γουόλτερ Ταβάρες κράτησε τη Ρεάλ ζωντανή. Η δεύτερη περίοδος έφερε 28 πόντους για τη Ρεάλ και το 45-45 σαν σκορ ημιχρόνου. Ο Ολυμπιακός είχε παίξει καλά, είχε προηγηθεί, είχε φτιάξει φάσεις με τον τρόπο του, αλλά πήγε στα αποδυτήρια χωρίς το προβάδισμα που θα ταίριαζε στην εικόνα του πρώτου δεκαλέπτου.
Η τρίτη περίοδος έφερε ξανά τον τελικό σε γνώριμο έδαφος για την ομάδα του Μπαρτζώκα. Η άμυνα χαμήλωσε το σκορ της Ρεάλ, οι κατοχές έγιναν πιο μετρημένες και ο Βεζένκοβ συνέχισε να βρίσκει τρόπους να πληγώνει την ισπανική άμυνα. Το 63-59 στο τέλος του δεκαλέπτου έβαλε τον Ολυμπιακό μπροστά στην τελική ευθεία. Δεν ήταν μεγάλη διαφορά, αλλά σε τέτοιο ματς κάθε καλάθι είχε σημασία.
Όταν το σκορ πήγε στο 74-67, περίπου έξι λεπτά πριν από το τέλος, ο Ολυμπιακός φαινόταν να είναι κυρίαρχος της στιγμής. Η ομάδα είχε ανταποκριθεί στην πρώτη αντίδραση της Ρεάλ, είχε ξαναβρεί τον έλεγχο και είχε στις εξέδρες χιλιάδες ανθρώπους που έβλεπαν το τρόπαιο να πλησιάζει.
Εκεί γεννήθηκε και η πληγή της βραδιάς. Γιατί η απόσταση δεν ήταν πια μεγάλη, ούτε χρονικά ούτε αγωνιστικά. Ο Ολυμπιακός χρειαζόταν λίγες σωστές κατοχές, μερικές καλές άμυνες για να κλειδώσει το παιχνίδι.
Οι μικρές φάσεις που πλήγωσαν
Η Ρεάλ πήρε ό,τι μπορούσε να πάρει από τις λεπτομέρειες. Επιθετικά ριμπάουντ, δεύτερες επιθέσεις, σουτ, κατοχές που έφθειραν την άμυνα του Ολυμπιακού. Τα 13 επιθετικά ριμπάουντ της έγιναν ένα από τα σημεία που έμειναν στην ιστορία του τελικού. Ο Ολυμπιακός είχε μόνο 6 λάθη, είχε 21 ασίστ, είχε τον Βεζένκοβ στους 29 πόντους και 34 PIR. Σε πολλές κατηγορίες έμοιαζε αρκετά καλός για να σηκώσει την κούπα.
Σε τελικό που κρίνεται όμως στον πόντο, το «αρκετά καλός» πληγώνει περισσότερο.
Το τελευταίο σουτ του Γιουλ μπήκε πάνω σε άμυνα. Ο Φαλ ήταν εκεί, το χέρι ήταν ψηλά, ο χώρος δεν ήταν άδειος. Ο Γιουλ μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε σκοράρει. Κι όμως, εκείνο το σουτ έγινε το μοναδικό του καλάθι και το καλάθι που έκρινε τον τελικό. Για κάθε Ολυμπιακό, η φάση έμεινε σαν μια εικόνα που γυρίζει ξανά και ξανά.
Όχι επειδή η άμυνα χάθηκε, αλλά επειδή ακόμη και μια σωστή άμυνα μπορεί να νικηθεί από ένα δύσκολο σουτ σε μια βραδιά τίτλου.
Η τελευταία επίθεση του Ολυμπιακού, με τον Κώστα Σλούκα να την αναλαμβάνει, είχε ελπίδα, είχε το βάρος ολόκληρης της σεζόν. Η μπάλα δεν μπήκε. Μετά, ήρθε εκείνη η μικρή παύση που λέει περισσότερα από τις δηλώσεις.
Παίκτες που μένουν ακίνητοι, πρόσωπα που κοιτούν το παρκέ, κόσμος που δεν ξέρει αν πρέπει να χειροκροτήσει ή να βάλει τα χέρια στο κεφάλι. Ο Ολυμπιακός είχε παίξει τελικό επιπέδου πρωταθλητή, αλλά έφυγε χωρίς το τρόπαιο.
Το φάντασμα του Κάουνας δεν είναι μόνο το σουτ του Γιουλ. Είναι το 74-67, οι έξτρα κατοχές της Ρεάλ, η βραδιά του Βεζένκοβ που δεν έφερε τίτλο, η αίσθηση ότι μια εξαιρετική σεζόν κρίθηκε για λίγα δευτερόλεπτα στην άκρη της στεφάνης.
Ο Ολυμπιακός εκείνο το βράδυ δεν λύγισε. Στάθηκε τόσο κοντά, που η απόσταση από την κούπα μετρήθηκε σε ένα σουτ. Και αυτό πόνεσε περισσότερο.
