Στο ΟΑΚΑ, τον Μάιο του 2007, ο τελικός με την ΤΣΣΚΑ είχε φτάσει στο σημείο όπου κάθε πάσα ακουγόταν σαν χτύπος πάνω στο ξύλο. Ο Παναθηναϊκός είχε το κοινό δίπλα του, αλλά αυτό δεν έκανε το παιχνίδι πιο απλό.
Ο Διαμαντίδης όμως ήταν ο παίκτης που μπορούσε να χαμηλώσει την ένταση χωρίς να μικρύνει τη στιγμή. Έπαιρνε την μπάλα, σήκωνε το βλέμμα, περίμενε το σκριν και άφηνε την άμυνα να δείξει τι φοβόταν περισσότερο.
Άλλοτε έδινε την πάσα στο σωστό ύψος, άλλοτε κρατούσε την κατοχή ένα δευτερόλεπτο ακόμη, άλλοτε έβαζε το χέρι του σε μια γραμμή πάσας που ο αντίπαλος θεωρούσε ανοιχτή.
Στον τελικό του 93–91 απέναντι στην ΤΣΣΚΑ, η βραδιά του Παναθηναϊκού είχε πολλούς πρωταγωνιστές.
Το πρόσωπο που έμεινε ως μέτρο της ήταν ο αριστερόχειρας γκαρντ με το 13.
Η διαδρομή μέχρι την Αθήνα
Από την Καστοριά και τα νεανικά χρόνια, ο δρόμος πέρασε στον Ηρακλή, στο Ιβανώφειο, σε ένα γήπεδο όπου η πρόοδος φαινόταν περισσότερο στις συνήθειες παρά στις αφίσες. Εκεί έμαθε να παίζει απέναντι σε πιο έμπειρους παίκτες, να χρησιμοποιεί το ύψος του για τη θέση του, να διαβάζει το κορμί του αντιπάλου πριν από την ντρίμπλα.
Όταν ο Παναθηναϊκός τον πήρε το 2004, πρόσθεσε έναν παίκτη που ταίριαζε σε ομάδα υψηλών απαιτήσεων επειδή δεν χρειαζόταν να αλλάξει χαρακτήρα για να σταθεί εκεί. Ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς είχε μια ομάδα με βάρος, τίτλους, μεγάλα αποδυτήρια και αυστηρή καθημερινότητα.
Ο Διαμαντίδης μπήκε σε αυτή τη συνθήκη με τρόπο ιδανικό. Άκουγε, δούλευε, έπαιζε για τη κάθε φάση που ερχόταν.
Το παιχνίδι του
Η αξία του δεν χωρούσε εύκολα σε μία στατιστική γραμμή. Ήταν γκαρντ που μπορούσε να οργανώσει, να μαρκάρει κοντούς και ψηλότερους περιφερειακούς, να κρατήσει την μπάλα χωρίς να χαθεί ο ρυθμός της ομάδας.
Η πάσα του δεν είχε πάντα θεατρικότητα. Είχε timing. Έβρισκε τον ψηλό πριν κλείσει η βοήθεια, τον σουτέρ πριν χαθεί η γωνία, τον συμπαίκτη που μόλις είχε κερδίσει μισό μέτρο.
Στην άμυνα, η παρουσία του άλλαζε τις πρώτες σκέψεις του αντιπάλου. Δεν ήταν μόνο το κλέψιμο. Ήταν η καθυστέρηση, η αμφιβολία, η πάσα που γινόταν πιο ψηλή, η επίθεση που ξεκινούσε πιο μακριά από εκεί που ήθελε. Με τα μακριά του χέρια και την υπομονή του, έκανε την άμυνα να μοιάζει λιγότερο με αντίδραση και περισσότερο με ανάγνωση.
Γι’ αυτό και η σχέση του με το ΟΑΚΑ χτίστηκε όχι μόνο σε μεγάλα σουτ, αλλά σε κατοχές που κερδήθηκαν χάρη στην μπασκετική του ευφυία.
Οι ευρωπαϊκές βραδιές του Παναθηναϊκού
Το 2007 έδωσε την πρώτη μεγάλη ευρωπαϊκή εικόνα του ως κεντρικού προσώπου του Παναθηναϊκού. Η νίκη απέναντι στην ΤΣΣΚΑ, στην Αθήνα, δεν ήταν μια άνετη παρέλαση μπροστά στο κοινό του.
Ήταν αγώνας που κράτησε την ένταση του μέχρι το τέλος, με τον Παναθηναϊκό να αντέχει στην επιστροφή μιας ομάδας γεμάτης ποιότητα. Ο Διαμαντίδης βγήκε MVP του Final Four.
Δύο χρόνια αργότερα, στο Βερολίνο, ο Παναθηναϊκός πήρε ξανά την EuroLeague.
Το 2011, στη Βαρκελώνη, ο Διαμαντίδης είχε πια άλλο βάρος. Ήταν ο αρχηγός μιας ομάδας που κουβαλούσε εμπειρία, αλλά χρειαζόταν ξανά καθαρό μυαλό σε αγώνες υψηλής πίεσης. Εκείνη η σεζόν έδωσε την πιο ώριμη μορφή του. Δημιουργούσε, μάρκαρε, έπαιρνε ευθύνη, κρατούσε τον τόνο.
Η Εθνική
Η Εθνική Ελλάδας πρόσθεσε στη διαδρομή του επίσης ξεχωριστές στιγμές. Το τρίποντο απέναντι στη Γαλλία στο EuroBasket 2005 έμεινε δικαίως στη μνήμη, επειδή είχε την μορφή μιας οριακής απόφασης.
Η μπάλα πήγε στο αριστερό του χέρι από την πάσα του Ζήση, το σουτ έφυγε και η Ελλάδα πέρασε στον τελικό. Το “βάλτο αγόρι μου” του Βασίλη Σκουντή έμεινε στην ιστορία.
Έναν χρόνο μετά, στην Ιαπωνία, η νίκη απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες έβαλε εκείνη τη γενιά σε μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία του διεθνούς μπάσκετ.
Και στις δύο περιπτώσεις, ο Διαμαντίδης δεν χρειαζόταν να είναι σκόρερ για να είναι απαραίτητος. Η ομάδα του τον χρειαζόταν στην πάσα, στην άμυνα, στην οργάνωση, στη διαχείριση του φόβου που φέρνει ένα μεγάλο παιχνίδι. Αυτό ήταν το κοινό νήμα ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και την Εθνική.
Ο ίδιος παίκτης, με την ίδια στάση, απλά σε διαφορετικά χρώματα.
Το 13 του ΟΑΚΑ
Όταν αποσύρθηκε το 2016, ο αποχαιρετισμός έμοιαζε με αλλαγή εποχής για έναν Παναθηναϊκό που είχε μάθει να τον βλέπει ως σημείο αναφοράς. Η φανέλα με το 13 ανέβηκε στην οροφή του ΟΑΚΑ και κάτω από αυτήν έμεινε το παρκέ όπου οι επόμενοι πρέπει να παίζουν με το δικό τους βάρος.
Ο Διαμαντίδης άφησε κάτι πιο δύσκολο από ένα βιογραφικό γεμάτο τρόπαια. Άφησε έναν τρόπο να κοιτάς το παιχνίδι. Να μη βιάζεσαι να χειροκροτήσεις μόνο το καλάθι. Να βλέπεις την πάσα που άνοιξε τον χώρο, το χέρι που χάλασε την επίθεση, την κατοχή που τελείωσε χωρίς πανικό.
Στην οροφή του ΟΑΚΑ, το 13 θυμίζει έναν παίκτη που έκανε πολλές μεγάλες πράξεις να μοιάζουν απλές.
